18 Ιουν 2026

Πρέσπες, 8 έτη μετά…

 


Οκτώ χρόνια μετά την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών, αξίζει να την κρίνουμε όχι με όρους συνθημάτων, αλλά με βάση τα αποτελέσματά της.

Για σχεδόν τρεις δεκαετίες η Ελλάδα βρισκόταν αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που δύσκολα μπορούσε να ανατρέψει. Η γειτονική χώρα είχε αναγνωριστεί από μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινότητας ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας», ενώ η χρήση του όρου «Μακεδονία» είχε ήδη παγιωθεί σε διεθνείς οργανισμούς, διπλωματικές σχέσεις και μέσα ενημέρωσης σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η Συμφωνία των Πρεσπών δεν ήταν τέλεια. Καμία διεθνής συμφωνία δεν είναι. Πέτυχε όμως κάτι ουσιαστικό. Αντικατέστησε μια ασαφή και διαρκώς επιδεινούμενη κατάσταση με ένα σαφές και διεθνώς δεσμευτικό πλαίσιο.

Η γειτονική χώρα απέκτησε την ονομασία «Βόρεια Μακεδονία», δηλαδή έναν σαφή γεωγραφικό προσδιορισμό που τη διακρίνει από την ελληνική Μακεδονία. Ταυτόχρονα, στο κρίσιμο Άρθρο 7 της συμφωνίας κατοχυρώθηκε η διάκριση ανάμεσα στην αρχαία ελληνική Μακεδονία και στη σύγχρονη κρατική και εθνική ταυτότητα της Βόρειας Μακεδονίας. Για πρώτη φορά δεν υπήρχε απλώς μια ελληνική θέση ή μια ιστορική ερμηνεία, αλλά μια διεθνής συμφωνία που αναγνώριζε ότι πρόκειται για διαφορετικά ιστορικά και πολιτισμικά πλαίσια.

Παραδόξως, πολλοί από εκείνους που διαδήλωναν επί χρόνια για την ελληνικότητα της αρχαίας Μακεδονίας θα έπρεπε θεωρητικά να βλέπουν θετικά τουλάχιστον αυτό το σκέλος της συμφωνίας. Αν κάποιος θεωρούσε ότι το βασικό διακύβευμα ήταν η προστασία της ιστορικής κληρονομιάς της αρχαίας Μακεδονίας, η συμφωνία περιείχε σημαντικές εγγυήσεις προς αυτή την κατεύθυνση.

Αν όμως το ζητούμενο ήταν η πλήρης εξαφάνιση κάθε χρήσης του όρου «Μακεδονία» από τη γειτονική χώρα, τότε καμία ρεαλιστική διαπραγμάτευση δεν μπορούσε να οδηγήσει σε ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Και εδώ προκύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα: ποια ακριβώς ήταν η εναλλακτική πρόταση;

Η διαιώνιση μιας σύγκρουσης χωρίς τέλος; Η διατήρηση μιας ανοιχτής διπλωματικής εκκρεμότητας; Η περαιτέρω ενίσχυση των εθνικισμών και στις δύο πλευρές των συνόρων;

Ιδιαίτερα στα Βαλκάνια, οι εθνικισμοί έχουν ήδη αποδείξει με τον χειρότερο δυνατό τρόπο πού μπορούν να οδηγήσουν οι ανταγωνιστικές εθνικές μυθολογίες, οι αλυτρωτισμοί και οι μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις. Η ιστορία της περιοχής είναι γεμάτη από συγκρούσεις, προσφυγιά, εθνοκαθάρσεις και ανθρώπινες τραγωδίες που γεννήθηκαν ακριβώς από την πεποίθηση ότι οι συμβιβασμοί αποτελούν προδοσία και ότι κάθε λαός δικαιούται αποκλειστικά την ιστορία, τη μνήμη ή την κληρονομιά ενός τόπου.

Ως ιστορικός, δεν με απασχολούν ιδιαίτερα οι θεωρίες περί «καθαρής καταγωγής» ή οι βιολογικές ερμηνείες της ταυτότητας. Οι λαοί δεν είναι απολιθώματα. Όλες οι βαλκανικές κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής, διαμορφώθηκαν μέσα από μακραίωνες ιστορικές διεργασίες, μετακινήσεις πληθυσμών, πολιτισμικές αλληλεπιδράσεις και συνεχείς μετασχηματισμούς. Οι πολιτισμοί δεν είναι στατικά αντικείμενα αλλά ζωντανές ιστορικές πραγματικότητες.

Γι’ αυτό θεωρώ συχνά μάταιη τη ματαιοδοξία των εθνικισμών. Η Ιστορία είναι πάντοτε πιο σύνθετη από τις εθνικές μυθολογίες που κατασκευάζουν τα σύγχρονα κράτη.

Αξίζει επίσης να θυμηθούμε τη στάση της Νέας Δημοκρατίας. Ως αντιπολίτευση καταψήφισε τη συμφωνία και επένδυσε πολιτικά σε μια ιδιαίτερα οξυμένη ρητορική εναντίον της. Όταν όμως ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, όχι μόνο δεν επιχείρησε να την ανατρέψει, αλλά αναγνώρισε στην πράξη ότι αποτελεί δεσμευτική διεθνή συμφωνία και μέρος της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Η εξέλιξη αυτή ανέδειξε τα όρια της προεκλογικής πατριδοκαπηλίας και τη μεγάλη απόσταση που συχνά χωρίζει τις εθνικιστικές κορώνες από την πραγματικότητα της διακυβέρνησης.

Παράλληλα, η ίδια κυβέρνηση επέλεξε επί χρόνια να μην ολοκληρώσει σημαντικές πτυχές της εφαρμογής της συμφωνίας, όπως η κύρωση των σχετικών μνημονίων συνεργασίας, επιχειρώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας και στις πιέσεις που δεχόταν από το εσωτερικό της ακροατήριο.

Οκτώ χρόνια μετά, οι σχέσεις Ελλάδας και Βόρειας Μακεδονίας βρίσκονται σε καλύτερο επίπεδο από ό,τι πριν από το 2018. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι αποδείχθηκε πως ακόμη και στα Βαλκάνια, μια περιοχή που έχει σημαδευτεί από τους εθνικισμούς, είναι δυνατόν δύσκολες διαφορές να επιλύονται με διάλογο, συμβιβασμό και πολιτικό θάρρος.

Η Συμφωνία των Πρεσπών δεν έκλεισε όλα τα κεφάλαια της ιστορίας. Απέδειξε όμως ότι η πολιτική μπορεί να είναι ισχυρότερη από τον φανατισμό και ότι η ειρήνη είναι συχνά πιο πατριωτική από τις κραυγές.


3 Ιουν 2026

Η αναγκαιότητα μιας νέας προοδευτικής διακυβέρνησης

Θεωρώ ότι η Ελλάδα έχει ανάγκη από μια νέα προοδευτική διακυβέρνηση. Όχι απλώς από μια εναλλαγή προσώπων στην εξουσία, αλλά από μια διαφορετική πολιτική κατεύθυνση που θα απαντά στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής μας: την ακρίβεια, τη στεγαστική κρίση, τις κοινωνικές ανισότητες, την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών και τη δημοκρατική κόπωση που παρατηρείται σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Για να μιλήσουμε όμως για το μέλλον, οφείλουμε να μιλήσουμε με ειλικρίνεια για το παρελθόν.

Ο πολιτικός χώρος που εκπροσωπήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ και στον οποίο ανήκω εδώ και πολλά χρόνια με περηφάνια, κλήθηκε να διαχειριστεί τη δυσκολότερη ίσως περίοδο της μεταπολίτευσης. Έκανε λάθη, πήρε δύσκολες αποφάσεις και πολλές φορές διέψευσε προσδοκίες. Παρόλα αυτά, η χώρα παρέμεινε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παρέμεινε στο ευρώ και ολοκλήρωσε την έξοδό της από τα μνημόνια.

Θεωρώ ότι η μεγαλύτερη αποτυχία εκείνης της περιόδου δεν ήταν δημοσιονομική ή διαχειριστική. Ήταν κυρίως η διάψευση προσδοκιών που δημιουργήθηκαν σε μια κοινωνία εξαντλημένη από την κρίση. Τα συμπεράσματα εκείνης της περιόδου είναι πολύτιμα. Δεν πρέπει όμως να μας κρατούν εγκλωβισμένους. Η κοινωνία δεν αναζητά απαντήσεις για το 2015. Αναζητά απαντήσεις για το 2030.

Γι’ αυτό οφείλουμε να μιλήσουμε για μια σύγχρονη αριστερή πολιτική. Για μια Αριστερά που έχει μάθει από τα λάθη της, που γνωρίζει καλύτερα πώς λειτουργεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, που έχει αποκτήσει εμπειρία διακυβέρνησης και που μπορεί να συνδυάσει την κοινωνική δικαιοσύνη με την παραγωγή, την καινοτομία και τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Παράλληλα, βλέπουμε γύρω μας ένα ανησυχητικό διεθνές περιβάλλον. Στις Ηνωμένες Πολιτείες ενισχύεται ένας ακραίος νεοσυντηρητισμός, συχνά συνδεδεμένος με στοιχεία θρησκευτικού φανατισμού. Στην Ευρώπη και στην Ελλάδα βλέπουμε την άνοδο ακροδεξιών τάσεων που αξιοποιούν τον φόβο, την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα, καλλιεργώντας ομοφοβικό, ρατσιστικό και διχαστικό λόγο.

Την ίδια στιγμή, οι κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες πολιτικές αδυνατούν να δώσουν πειστικές απαντήσεις στα προβλήματα της καθημερινότητας. Η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, η αβεβαιότητα γύρω από το ασφαλιστικό και η συνεχιζόμενη πίεση στο δημόσιο σύστημα υγείας αποτελούν ζητήματα που αγγίζουν σχεδόν κάθε ελληνική οικογένεια και απαιτούν μια διαφορετική πολιτική προσέγγιση.

Ως νησιώτης, περιμένω να δω συγκεκριμένες δεσμεύσεις για τη νησιωτικότητα. Περιμένω παρεμβάσεις στο κόστος των μεταφορών, στην πρόσβαση στην υγεία, στη στέγαση — που σε πολλές τουριστικές περιοχές έχει εξελιχθεί σε μείζον κοινωνικό πρόβλημα — στις πραγματικές υποδομές που έχουν ανάγκη οι τοπικές κοινωνίες, αλλά και στην ακρίβεια που επιβαρύνει δυσανάλογα τους κατοίκους των νησιών.

Η νησιωτικότητα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια υποσημείωση στα κυβερνητικά προγράμματα. Οφείλει να αποτελεί οργανικό κομμάτι μιας νέας προοδευτικής πολιτικής πρότασης.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η ανασυγκρότηση του προοδευτικού χώρου αποτελεί πολιτική και κοινωνική αναγκαιότητα.

Θεωρώ ότι ο πολιτικός χώρος που εκπροσωπήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να βρει δημιουργική έκφραση μέσα στη νέα προσπάθεια της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης. Όχι ως επιστροφή στο παρελθόν, αλλά ως μια νέα σύνθεση εμπειριών, ιδεών και ανθρώπων.

Παραμένω πεπεισμένος ότι κανένα πρόσωπο από μόνο του δεν μπορεί να δώσει τη λύση. Ούτε ο Αλέξης Τσίπρας. Χρειάζονται ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες, προγραμματική σοβαρότητα και συλλογική δουλειά.

Παρόλα αυτά, θεωρώ ότι ο Αλέξης Τσίπρας παραμένει το πρόσωπο που διαθέτει τις περισσότερες προϋποθέσεις για να αναλάβει μια τέτοια πρωτοβουλία.

Όχι επειδή τον θεωρώ αλάνθαστο. Όχι επειδή πιστεύω ότι μπορεί μόνος του να λύσει τα προβλήματα της χώρας. Και σίγουρα όχι επειδή συμμερίζομαι τη λογική των πολιτικών μεσσιών.

Τον θεωρώ όμως τον μοναδικό πολιτικό του ευρύτερου προοδευτικού χώρου που διαθέτει ταυτόχρονα κυβερνητική εμπειρία, διεθνή αναγνώριση, πολιτικό βάρος και τη δυνατότητα να απευθυνθεί σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα πέρα από τα στενά όρια ενός κομματικού ακροατηρίου.

Γι’ αυτό πιστεύω ότι η νέα αυτή προσπάθεια αξίζει να υποστηριχθεί. Όχι ως μια προσπάθεια επιστροφής στο παρελθόν, αλλά ως μια προσπάθεια διαμόρφωσης ενός νέου πολιτικού χώρου που θα μπορέσει να εκφράσει τις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας τα επόμενα χρόνια.

Ως προοδευτικός πολίτης, ως νησιώτης και ως άνθρωπος που εξακολουθεί να πιστεύει ότι η πολιτική οφείλει να υπηρετεί την κοινωνία, θεωρώ ότι αυτή η συζήτηση αξίζει να ανοίξει. Και αξίζει να συμμετέχουμε σε αυτήν.