26 Μαΐ 2026

Η δύσκολη επιστροφή του Τσίπρα και η ανάγκη μιας νέας προοδευτικής σύγκλισης

Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στην κεντρική πολιτική σκηνή είναι λογικό να προκαλεί ξανά έντονες αντιδράσεις. Για κάποιους παραμένει ο πολιτικός που πρόδωσε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος του 2015. Για άλλους είναι ο μόνος πρωθυπουργός της μνημονιακής περιόδου που επιχείρησε — έστω ανεπιτυχώς — να αμφισβητήσει το πλαίσιο σκληρής λιτότητας που επιβλήθηκε στην Ελλάδα. Η πραγματικότητα όμως, όπως συνήθως συμβαίνει στην ιστορία και την πολιτική, βρίσκεται κάπου πιο βαθιά από τα συνθήματα, τις κραυγές και τις εύκολες βεβαιότητες. 

Το νέο εγχείρημα του Τσίπρα πρέπει να ιδωθεί με κριτική σκέψη αλλά και με καλή πίστη. Ούτε με άκριτη αποθέωση ούτε με το αντανακλαστικό μίσος που κυριάρχησε για χρόνια στον δημόσιο διάλογο. 

 Το 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ δεν παρέλαβε μια κανονική χώρα. Παρέλαβε μια οικονομία αποδιαρθρωμένη, μια κοινωνία εξαντλημένη και ένα πολιτικό σύστημα πλήρως απαξιωμένο από τις πολιτικές που είχαν προηγηθεί. Το χρέος, η ανεργία, η κατάρρευση εισοδημάτων και η μαζική φυγή νέων ανθρώπων δεν δημιουργήθηκαν από τον Τσίπρα. Ήταν αποτέλεσμα δεκαετιών κακοδιαχείρισης, πελατειακού κράτους, δανειακής εξάρτησης και μιας βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής που είχε ήδη διαλύσει μεγάλο μέρος της κοινωνικής συνοχής. 

 Η κοινωνία που έφερε στην εξουσία τον Γιώργο Παπανδρέου το 2009 δεν είναι η ίδια κοινωνία με αυτή που ζούμε σήμερα. Τότε μεγάλο μέρος της χώρας δεν είχε ακόμη συνειδητοποιήσει το πραγματικό μέγεθος της οικονομικής κατάρρευσης που είχε ήδη συντελεστεί. Η ελληνική κοινωνία ξύπνησε απότομα ανακαλύπτοντας ότι το προηγούμενο πολιτικό μοντέλο είχε οδηγήσει τη χώρα στη χρεοκοπία. Ο Γιώργος Παπανδρέου βρέθηκε να διαχειρίζεται την κατάρρευση ενός οικονομικού μοντέλου που είχε ήδη εξαντληθεί. 

Κατά τη γνώμη μου, το ίδιο πολιτικό σύστημα που τον έφερε στην εξουσία τον αποστασιοποίησε γρήγορα όταν επιχείρησε να διαχειριστεί την κρίση με τρόπο που συγκρούστηκε με βαθιά ριζωμένες πολιτικές ισορροπίες στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ. Ο Αλέξης Τσίπρας βρέθηκε λίγα χρόνια αργότερα να διαχειρίζεται τις κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες αυτής της κατάρρευσης μέσα σε ένα εξαιρετικά ασφυκτικό ευρωπαϊκό περιβάλλον και με πολιτικές συμμαχίες που προέκυψαν περισσότερο από την ανάγκη της συγκυρίας παρά από πραγματική ιδεολογική συνάφεια. 

 Ίσως εκεί βρίσκεται και μια από τις μεγαλύτερες ιστορικές ειρωνείες της μεταπολίτευσης. Και οι δύο κατηγορήθηκαν σφοδρά για λανθασμένες ή επώδυνες επιλογές, ενώ στην πραγματικότητα κλήθηκαν να διαχειριστούν καταστάσεις που είχαν ήδη ξεπεράσει τα όρια της κανονικής πολιτικής διαχείρισης. Η ελληνική κοινωνία συχνά προσωποποιεί τις κρίσεις και αναζητά ενόχους σε πρόσωπα αντί να εξετάζει βαθύτερες δομικές παθογένειες δεκαετιών. 

 Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Τσίπρας δεν έκαναν λάθη. Υπήρξε υπερβολική πίστη ότι η πολιτική βούληση αρκεί απέναντι στους πραγματικούς οικονομικούς και γεωπολιτικούς συσχετισμούς ισχύος. Υπήρξαν αυταπάτες γύρω από τη στάση της Ευρώπης και ιδιαίτερα του γερμανικού πυρήνα εκείνης της περιόδου. Η ελληνική πλευρά πίστεψε ότι μπορούσε να αλλάξει μονομερώς έναν ολόκληρο ευρωπαϊκό οικονομικό σχεδιασμό χωρίς επαρκείς συμμαχίες και χωρίς πραγματικό σχέδιο ρήξης. 

 Το δημοψήφισμα του 2015 υπήρξε ταυτόχρονα μια ιστορική στιγμή δημοκρατικής έκφρασης αλλά και η κορύφωση μιας βαθιάς στρατηγικής αντίφασης. Το 61,31% του ελληνικού λαού ψήφισε «Όχι» μέσα σε συνθήκες πρωτοφανούς πίεσης και φόβου. Όμως η κυβέρνηση δεν είχε ούτε επεξεργασμένο σχέδιο εξόδου ούτε τις διεθνείς συμμαχίες που θα επέτρεπαν πραγματική σύγκρουση με την Ευρωζώνη. Έτσι το πολιτικό κεφάλαιο εκείνης της στιγμής κατέληξε τελικά σε έναν επώδυνο συμβιβασμό. Έναν συμβιβασμό που είχε τεράστιο πολιτικό και ιδεολογικό κόστος για τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ο οποίος συνέβαλε τελικά στη σταθεροποίηση της οικονομίας, στην παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη και στη δημιουργία συνθηκών που επέτρεψαν λίγα χρόνια αργότερα την έξοδο από τα μνημόνια και την επιστροφή μιας σχετικής οικονομικής κανονικότητας. Η Ελλάδα παρέμεινε στην Ευρώπη σε μια περίοδο όπου αρκετοί θεωρούσαν πιθανή ακόμη και μια άτακτη έξοδο από το ευρώ. 

Αυτό δεν αναιρεί τις αυταπάτες, τα λάθη και τις αντιφάσεις εκείνης της περιόδου. Αποτελεί όμως μέρος μιας ιστορικής αποτίμησης που οφείλει να γίνεται με ψυχραιμία και όχι με συνθήματα. Όσοι γνωρίζουμε από κοντά τις παθογένειες, τις γραφειοκρατίες και τις εσωτερικές αντιφάσεις του ΣΥΡΙΖΑ, ξέρουμε επίσης ότι το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ μόνο ο Τσίπρας. Ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής αριστεράς βρέθηκε ξαφνικά από την πολιτική διαμαρτυρία στη διακυβέρνηση χωρίς επαρκή διοικητική εμπειρία, χωρίς τεχνοκρατική προετοιμασία και συχνά με μια σχεδόν φοβική σχέση απέναντι στην ίδια την έννοια της κρατικής λειτουργίας που καλούνταν να διαχειριστεί. Ταυτόχρονα υπήρχε συχνά μια ιδεολογική δυσκαμψία απέναντι στις επενδύσεις, την επιχειρηματικότητα και γενικότερα στην ανάγκη παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας. Σε αρκετές περιπτώσεις η επιχειρηματική δραστηριότητα αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως πεδίο καχυποψίας παρά ως αναγκαίο εργαλείο ανάπτυξης, δημιουργίας θέσεων εργασίας και οικονομικής σταθερότητας. 

 Η εμπειρία της κρίσης απέδειξε ότι ακόμη και οι πιο κοινωνικά προσανατολισμένες κυβερνήσεις δεν μπορούν να επιβιώσουν πολιτικά χωρίς επενδύσεις, παραγωγική ανάπτυξη και μια λειτουργική οικονομία. Καμία προοδευτική κυβέρνηση δεν μπορεί να στηρίξει ισχυρό κοινωνικό κράτος χωρίς βιώσιμη επιχειρηματική δραστηριότητα και παραγωγή πλούτου. Η αναδιανομή προϋποθέτει πρώτα την ύπαρξη πλούτου. 

 Τα παραπάνω τα γράφω και ως πρώην ενεργό μέλος του ΣΥΡΙΖΑ, σε μια περίοδο έντονων και συχνά ακραίων εσωκομματικών αντιπαραθέσεων. Δεν έχω πρόθεση να ωραιοποιήσω καταστάσεις ούτε να υποστηρίξω ότι όλα έγιναν σωστά — γιατί απλούστατα δεν έγιναν. 

 Υπήρξαν σοβαρά λάθη, πολιτικές αυταπάτες, οργανωτικές παθογένειες και πολλές στιγμές όπου ο κομματικός μηχανισμός έδειξε να αδυνατεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της ιστορικής συγκυρίας. Όποιος έζησε εκείνη την περίοδο από μέσα δύσκολα μπορεί να το αρνηθεί αυτό με ειλικρίνεια. Ακριβώς όμως γι’ αυτό θεωρώ ότι η συζήτηση σήμερα πρέπει να γίνει με περισσότερη πολιτική ωριμότητα και λιγότερο φανατισμό. Όχι για να διαγραφεί το παρελθόν, αλλά για να κατανοηθούν τα όριά του και να εξαχθούν ουσιαστικά συμπεράσματα για το μέλλον. 

 Η εμπειρία εκείνης της περιόδου άλλαξε όμως και την ίδια την κοινωνία. Η Ελλάδα του 2026 είναι πολύ πιο κουρασμένη αλλά και πολύ πιο υποψιασμένη από την Ελλάδα του 2009 ή του 2015. Ανακάλυψε ότι η διακυβέρνηση μιας χώρας μέσα σε συνθήκες παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, ευρωπαϊκών δεσμεύσεων και γεωπολιτικών πιέσεων είναι πολύ πιο σύνθετη από τα συνθήματα της αντιπολίτευσης. Ανακάλυψε επίσης ότι οι καλές προθέσεις από μόνες τους δεν αρκούν. Χρειάζονται σχέδιο, επιμονή, θεσμική επάρκεια και στρατηγικός στόχος. 

 Κι όμως, παρά τις αποτυχίες και τις αντιφάσεις, υπάρχει κάτι που αρκετοί — ακόμη και πολιτικοί αντίπαλοι — αναγνωρίζουν σήμερα: ο Τσίπρας δεν ταυτίστηκε με προσωπικό πλουτισμό ούτε με μεγάλα σκάνδαλα διαφθοράς. Η αποτυχία του υπήρξε περισσότερο αποτυχία προσδοκιών, αυταπατών και ιστορικών περιορισμών παρά ηθικού εκφυλισμού. 

 Η σταδιακή αποστασιοποίησή του από τον ΣΥΡΙΖΑ ήρθε μετά τις γνωστές εσωτερικές συγκρούσεις, τη φθορά του κομματικού μηχανισμού και τη βαθιά κρίση ταυτότητας που ακολούθησε τις εκλογικές ήττες. Ήταν πλέον εμφανές ότι ένα μεγάλο μέρος του χώρου αδυνατούσε να εκφράσει μια συνεκτική και πειστική προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης. 

 Και εδώ βρίσκεται ίσως το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα της σημερινής συγκυρίας. Δεν πιστεύω ότι ο Αλέξης Τσίπρας αποτελεί κάποιον «σωτήρα» της χώρας ούτε ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί με όρους πολιτικής μεσσιανικότητας. Η πολιτική του πορεία περιλαμβάνει λάθη, αντιφάσεις και επιλογές που δικαίως εξακολουθούν να κρίνονται αυστηρά. Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ πως ενδεχομένως μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά στη δημιουργία ενός ευρύτερου προοδευτικού μετώπου, ικανού να εκφράσει ξανά μια σοβαρή εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. 

 Και ίσως αυτό να είναι σήμερα το σημαντικότερο. Όχι η αναβίωση παλιών κομματικών μηχανισμών ούτε η προσωποκεντρική πολιτική, αλλά η δυνατότητα συνεννόησης προοδευτικών δυνάμεων που για χρόνια αναλώθηκαν περισσότερο σε εσωτερικές συγκρούσεις και αλληλοκατηγορίες παρά στη διαμόρφωση κοινού πολιτικού οράματος. 

 Η στάση σημαντικού μέρους της Νέας Αριστεράς δείχνει πως αρχίζουν ξανά να διαμορφώνονται προϋποθέσεις διαλόγου και πιθανών συγκλίσεων στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο. Αντίστοιχα, η αδυναμία άλλων κομμάτων της κεντροαριστεράς να ξεπεράσουν παλιές αντιπαραθέσεις και ιστορικές καχυποψίες δεν φαίνεται να προσφέρει ουσιαστική πολιτική προοπτική σε μια κοινωνία που έχει κουραστεί από τη διαρκή πολυδιάσπαση. Γιατί τελικά η απουσία μιας σοβαρής εναλλακτικής πρότασης δεν μπορεί να λειτουργεί ως μόνιμη πολιτική νομιμοποίηση για την κυβερνητική αλαζονεία ούτε για μια πολιτική πραγματικότητα που συνοδεύεται από σοβαρά ζητήματα θεσμικής φθοράς, ελέγχου της εξουσίας και σκιές σκανδάλων. 

 Η σημερινή κοινωνική πραγματικότητα είναι διαφορετική από εκείνη της πρώτης μνημονιακής περιόδου, αλλά όχι απαραίτητα λιγότερο πιεστική. Η ακρίβεια, το κόστος στέγασης, η ενεργειακή επιβάρυνση και κυρίως η κατάσταση στη δημόσια υγεία δημιουργούν μια διαρκή αίσθηση ανασφάλειας σε μεγάλο μέρος των νοικοκυριών. Για χιλιάδες πολίτες, η καθημερινότητα δεν καθορίζεται πλέον μόνο από τον φόβο της χρεοκοπίας αλλά από τη συνεχή δυσκολία να ζήσουν με αξιοπρέπεια. 

Η οικονομική «σταθερότητα» χάνει μεγάλο μέρος της αξίας της όταν οι πολίτες βλέπουν την καθημερινότητά τους να γίνεται ολοένα δυσκολότερη, ενώ η ανάπτυξη μοιάζει συχνά να αφορά περισσότερο αριθμούς και δείκτες παρά την ίδια την κοινωνία. 

 Η κοινωνική πολιτική και η ανταποδοτικότητα των φόρων πρέπει να αποτελούν κεντρικό ζητούμενο για κάθε σοβαρή προοδευτική διακυβέρνηση. Οι πολίτες δεν αντιδρούν απλώς επειδή φορολογούνται. Αντιδρούν όταν αισθάνονται ότι οι φόροι δεν επιστρέφουν στην κοινωνία μέσα από ποιοτική δημόσια υγεία, παιδεία, υποδομές, δικαιοσύνη και πραγματικές ευκαιρίες κοινωνικής κινητικότητας.

 Το ζητούμενο για μια σύγχρονη προοδευτική πολιτική δεν είναι ούτε ο δογματικός κρατισμός ούτε η ανεξέλεγκτη αγορά. Είναι η κοινωνική ανταποδοτικότητα της ανάπτυξης και των φόρων. Ίσως εκεί βρίσκεται και μία από τις μεγαλύτερες διαχρονικές αποτυχίες του ελληνικού κράτους: όχι μόνο στο ύψος της φορολογίας, αλλά στην αδυναμία του να πείσει ότι οι θυσίες της κοινωνίας μετατρέπονται πραγματικά σε συλλογικό όφελος. 

 Μια δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργεί με τη λογική «δεν υπάρχει άλλος». Η πολιτική κυριαρχία χωρίς ουσιαστικό έλεγχο οδηγεί σχεδόν πάντα σε αίσθηση ατιμωρησίας και τελικά σε φθορά των ίδιων των θεσμών. Αυτή είναι και η ουσία της δικής μου θέσης. Χωρίς μια σοβαρή, ενωμένη και πολιτικά ώριμη προοδευτική παράταξη, δύσκολα μπορεί να υπάρξει πραγματική πολιτική αλλαγή στη χώρα. Η κοινωνική δυσαρέσκεια από μόνη της δεν αρκεί. 

Η φθορά της κυβέρνησης επίσης δεν αρκεί. Χρειάζεται αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Η Ελλάδα του 2026 δεν είναι η Ελλάδα των εύκολων βεβαιοτήτων του 2009 ούτε των αυταπατών του 2015. Είναι μια κοινωνία πιο κουρασμένη, πιο δύσπιστη αλλά και πιο ώριμη πολιτικά. Και ίσως γι’ αυτό σήμερα το πραγματικό ζητούμενο να μην είναι η αναζήτηση νέων «σωτήρων», αλλά η δυνατότητα σοβαρής συνεννόησης, θεσμικής αξιοπιστίας και μιας προοδευτικής πρότασης που να μπορεί πραγματικά να κυβερνήσει.

Χωρίς μεσσίες και αυταπάτες. Με συνεργασία, συνέπεια και όραμα.

18 Μαΐ 2026

Η επερχόμενη κοινωνική κρίση ενός «πλούσιου» τουριστικού προορισμού


Η Ρόδος παρουσιάζεται εδώ και χρόνια ως ένα από τα πιο επιτυχημένα παραδείγματα του ελληνικού τουρισμού. Εκατομμύρια επισκέπτες, υψηλοί τζίροι, συνεχείς επενδύσεις και μια εικόνα διαρκούς ανάπτυξης δημιουργούν την εντύπωση μιας ισχυρής και ευημερούσας τοπικής οικονομίας. Πίσω όμως από αυτή τη βιτρίνα διαμορφώνεται σταδιακά μια διαφορετική πραγματικότητα, πολύ πιο ανησυχητική: η ολοένα αυξανόμενη οικονομική πίεση που βιώνουν οι ίδιοι οι άνθρωποι που κρατούν όρθια την οικονομία του νησιού.

Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τα χαμηλά εισοδήματα ούτε περιορίζεται αποκλειστικά στους εποχικούς εργαζόμενους. Αφορά πλέον συνολικά τη δυνατότητα ενός μεγάλου μέρους της τοπικής κοινωνίας να συνεχίσει να ζει αξιοπρεπώς στον τόπο του.

Ένας εποχικός εργαζόμενος στον τουρισμό με περίπου 1.200 ευρώ μηνιαίο εισόδημα για επτά μήνες εργασίας θεωρείται σήμερα ένας απολύτως φυσιολογικός εργαζόμενος της αγοράς. Μαζί με τα αναλογικά δώρα, το επίδομα αδείας και το ταμείο ανεργίας, το συνολικό ετήσιο καθαρό διαθέσιμο εισόδημά του φτάνει περίπου στις 11.000–12.000 ευρώ. Την ίδια στιγμή όμως, το πραγματικό κόστος διαβίωσης σε ένα σύγχρονο τουριστικό νησί προσεγγίζει πλέον επίπεδα που για πολλούς γίνονται οριακά μη βιώσιμα.

Το στεγαστικό κόστος αποτελεί πλέον έναν από τους βασικότερους παράγοντες πίεσης. Στη Ρόδο, ένα μικρό διαμέρισμα περίπου 40–45 τετραγωνικών μέτρων μπορεί να κοστίζει κατά μέσο όρο περίπου 500 ευρώ τον μήνα ή και περισσότερο, ιδιαίτερα σε περιοχές με αυξημένη τουριστική πίεση και περιορισμένη διαθεσιμότητα κατοικιών για μόνιμη μίσθωση. Αυτό σημαίνει ότι μόνο για στέγαση ένας εργαζόμενος μπορεί να χρειάζεται περίπου 6.000 ευρώ ετησίως, δηλαδή πάνω από το μισό πραγματικό καθαρό ετήσιο εισόδημα ενός μέσου εποχικού εργαζόμενου στον τουρισμό.

Ακόμη και με ιδιαίτερα προσεκτική κατανάλωση, οι βασικοί λογαριασμοί ρεύματος, νερού και internet δύσκολα πέφτουν κάτω από τα 150 ευρώ μηνιαίως. Μόνο για βασική διατροφή και μια στοιχειώδη κοινωνική ζωή απαιτούνται πλέον ποσά που πριν λίγα χρόνια θα θεωρούνταν υπερβολικά για έναν εργαζόμενο χαμηλού ή μεσαίου εισοδήματος. Αν προστεθούν μετακινήσεις, καύσιμα, ρούχα, φάρμακα και βασικά μικροέξοδα, το πραγματικό κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης ξεπερνά πλέον το διαθέσιμο εισόδημα ενός μεγάλου μέρους των εργαζομένων.

Και όλα αυτά χωρίς να υπολογίζονται οικογενειακές υποχρεώσεις, παιδιά, σοβαρά προβλήματα υγείας ή πραγματική δυνατότητα αποταμίευσης.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον δημιουργούνται όλο και βαθύτερες κοινωνικές αντιφάσεις. Όταν το συνολικό ετήσιο εισόδημα ενός εποχικού εργαζόμενου ξεπεράσει το όριο των 10.000 ευρώ, παύει ουσιαστικά να ισχύει η φορολογική απαλλαγή του επιδόματος ανεργίας, με αποτέλεσμα ακόμη και το ταμείο ανεργίας να προστίθεται στο φορολογητέο εισόδημα. Έτσι, εργαζόμενοι με ήδη πιεσμένα και ασταθή εισοδήματα αντιμετωπίζονται φορολογικά σαν να διαθέτουν πραγματικό οικονομικό πλεόνασμα, τη στιγμή που μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους απορροφάται ήδη από βασικές ανάγκες διαβίωσης.

Η οικονομική πίεση αποτυπώνεται πλέον ακόμη και στην πρόσβαση στο ίδιο το τραπεζικό σύστημα. Πολλοί εποχικοί εργαζόμενοι, παρά τη σταθερή πολυετή εργασία τους στον ίδιο κλάδο ή ακόμη και στον ίδιο εργοδότη, δυσκολεύονται να αποκτήσουν πρόσβαση σε στεγαστικό δανεισμό, καθώς το εποχικό και σχετικά χαμηλό ετήσιο εισόδημα αξιολογείται συχνά ως αυξημένο οικονομικό ρίσκο.

Την ίδια στιγμή, το συνεχώς αυξανόμενο κόστος κατοικίας καθιστά την απόκτηση πρώτης κατοικίας ολοένα και πιο μη ρεαλιστικό στόχο για μεγάλο μέρος των νέων εργαζομένων και νοικοκυριών των νησιών. Έτσι, πολλοί παραμένουν εγκλωβισμένοι σε μια ακριβή αγορά ενοικίων, όπου ακόμη και η κάλυψη προκαταβολών, εγγυήσεων ή έκτακτων εξόδων συχνά οδηγεί στην ανάγκη μικρού καταναλωτικού δανεισμού ή οικονομικής στήριξης από οικογένεια και συγγενείς.

Το πρόβλημα όμως δεν αφορά μόνο τους εργαζόμενους. Ένας μικρός επιχειρηματίας σε ένα τουριστικό νησί καλείται να καλύπτει ενοίκια, ασφαλιστικές εισφορές, λογαριασμούς ενέργειας, δημοτικά τέλη και λειτουργικά έξοδα ολόκληρο τον χρόνο, ακόμη και όταν η πραγματική οικονομική δραστηριότητα παραμένει έντονα εποχική. Έτσι, μεγάλο μέρος της μικρής τοπικής επιχειρηματικότητας λειτουργεί ουσιαστικά με στόχο να επιβιώσει τον χειμώνα μέσω των εσόδων λίγων μόνο μηνών υψηλής τουριστικής δραστηριότητας.

Παράλληλα, η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες που θεωρούνται αυτονόητες σε μεγάλες αστικές περιοχές παραμένει για πολλούς νησιώτες σημαντικά ακριβότερη. Για ζητήματα υγείας, εξειδικευμένων εξετάσεων ή σπουδών, πολλές οικογένειες αναγκάζονται να καλύπτουν υψηλό κόστος μετακινήσεων προς την Αθήνα ή άλλα μεγάλα αστικά κέντρα. Αυτό σημαίνει ότι το πραγματικό κόστος ζωής στα νησιά δεν περιορίζεται μόνο στη στέγαση ή στην ενέργεια, αλλά επεκτείνεται συνολικά στην πρόσβαση σε βασικά κοινωνικά αγαθά.

Παρατηρούμε επίσης, με επίσημα στοιχεία του Εργατικού Κέντρου, πως ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του εργατικού δυναμικού στον τουρισμό προέρχεται από τρίτες χώρες, λόγω της αδυναμίας κάλυψης των αναγκών από τον εγχώριο πληθυσμό. Οι άνθρωποι αυτοί εργάζονται νόμιμα και καλύπτουν πραγματικές ανάγκες της οικονομίας. Το ζήτημα δεν είναι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι ούτε η εθνική ή θρησκευτική τους προέλευση.

Ωστόσο, η συνεχής εξάρτηση ενός παραγωγικού μοντέλου από εισαγόμενη εργασία χαμηλότερου κόστους λειτουργεί αναπόφευκτα και ως μηχανισμός διατήρησης χαμηλών μισθολογικών πιέσεων στην αγορά. Όταν το πραγματικό κόστος ζωής αυξάνεται συνεχώς αλλά οι αμοιβές παραμένουν σχεδόν στάσιμες, η οικονομική πίεση μεταφέρεται τελικά στους μόνιμους κατοίκους, στους νέους εργαζόμενους και συνολικά στη βιωσιμότητα της τοπικής κοινωνίας.

Και εδώ εμφανίζεται μια βαθύτερη πολιτική αντίφαση.

Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει μέσω της αρχής της νησιωτικότητας ότι οι νησιωτικές περιοχές αντιμετωπίζουν μόνιμα γεωγραφικά και οικονομικά μειονεκτήματα και χρειάζονται ειδικές πολιτικές προσαρμογής. Η ύπαρξη μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ στα νησιά δεν αποτελούσε κάποια «παρανομία» ή παρέκκλιση εκτός ευρωπαϊκού πλαισίου, αλλά εφαρμογή μιας αναγνωρισμένης πολιτικής αντιμετώπισης του αυξημένου κόστους ζωής και λειτουργίας των νησιωτικών περιοχών.

Η κατάργηση των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ στα μεγάλα νησιά παρουσιάστηκε την περίοδο των μνημονίων ως αναγκαστική δημοσιονομική επιλογή. Ωστόσο, αρκετά χρόνια μετά, η διατήρηση των αυξημένων συντελεστών δεν αποτελεί πλέον απλώς «υποχρέωση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση», αλλά ξεκάθαρη πολιτική επιλογή.

Η σημερινή κυβερνητική πολιτική εξακολουθεί ουσιαστικά να αντιμετωπίζει τη Ρόδο κυρίως ως ένα ισχυρό φορολογικό και τουριστικό κέντρο. Η επιλογή αυτή είναι βαθιά πολιτική. Το κράτος επιλέγει να δίνει έμφαση κυρίως στους υψηλούς τζίρους, στα δημόσια έσοδα και στην -άνευ ουσιαστικών όρων- τουριστική ανάπτυξη, χωρίς αντίστοιχη προσαρμογή στο πραγματικό κόστος διαβίωσης, στη στεγαστική πίεση και στις κοινωνικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι μόνιμοι κάτοικοι, οι εργαζόμενοι και οι μικρές επιχειρήσεις του νησιού.

Μέχρι σήμερα όμως, οι περισσότερες κυβερνητικές παρεμβάσεις μοιάζουν περισσότερο με πρόχειρα μπαλώματα παρά με σοβαρή πολιτική αντιμετώπισης του προβλήματος. Αντί να συζητάμε ουσιαστικά για το στεγαστικό κόστος, την ενεργειακή πίεση, τους μισθούς και τη συνολική βιωσιμότητα των νησιωτικών κοινωνιών, βλέπουμε κυρίως αποσπασματικά μέτρα, προσωρινές επιδοτήσεις και επικοινωνιακή διαχείριση της κρίσης.

Το πρόβλημα όμως δεν εξαφανίζεται. Απλώς μεταφέρεται χρονικά, ενώ η πίεση συνεχίζει να συσσωρεύεται πάνω στους εργαζόμενους, στα νοικοκυριά, στις μικρές επιχειρήσεις και τελικά στην ίδια την τοπική κοινωνία.

Γι’ αυτό απαιτούνται ουσιαστικές κοινωνικές και οικονομικές παρεμβάσεις προσαρμοσμένες στην πραγματικότητα των νησιωτικών περιοχών. Απαιτείται ένα ουσιαστικό αφορολόγητο όριο για χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, δυνατότητα αφαίρεσης μέρους του κόστους στέγασης από το φορολογητέο εισόδημα, ειδικές ελαφρύνσεις για βασικές δαπάνες ενέργειας και ύδρευσης, σοβαρή στεγαστική πολιτική για εργαζόμενους και νέες οικογένειες, αλλά και πραγματική εφαρμογή της ευρωπαϊκής αρχής της νησιωτικότητας στην πράξη και όχι μόνο σε θεωρητικό επίπεδο.

Όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν αίτημα προνομιακής μεταχείρισης εις βάρος της υπόλοιπης Ελλάδας. Αποτελούν προσπάθεια εξισορρόπησης πραγματικών και μετρήσιμων διαφορών στο κόστος ζωής και στις συνθήκες λειτουργίας των νησιωτικών περιοχών.

Γιατί ένας τουριστικός προορισμός δεν μπορεί να θεωρείται πραγματικά επιτυχημένος όταν οι άνθρωποι που τον κρατούν όρθιο δυσκολεύονται ολοένα περισσότερο να συνεχίσουν να ζουν μέσα σε αυτόν.

11 Μαΐ 2026

Ρόδος και ΑΠΕ


 Η οικολογική πολιτική του 21ου αιώνα δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται σε απλοϊκά συνθήματα ή σε συγκρούσεις ανάμεσα στην πλήρη άρνηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και στην ανεξέλεγκτη βιομηχανική εκμετάλλευση του φυσικού τοπίου. Η συζήτηση στην Ελλάδα γύρω από τις ΑΠΕ συχνά εγκλωβίζεται σε ένα ψευδές δίλημμα: είτε τεράστια αιολικά πάρκα χωρίς ουσιαστικό σχεδιασμό είτε προσκόλληση σε ένα παλιό, ακριβό και ρυπογόνο ενεργειακό μοντέλο που βασίζεται σε πετρέλαιο και ορυκτά καύσιμα. Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο σύνθετη.

Η Ρόδος δεν χρειάζεται να μετατραπεί σε ενεργειακή αποικία εταιρικών συμφερόντων, αλλά ούτε και να αρνηθεί την ενεργειακή μετάβαση. Αντίθετα, μπορεί να αποτελέσει πρότυπο μιας διαφορετικής οικολογικής πολιτικής, βασισμένης στην αποκέντρωση, την εξοικονόμηση ενέργειας, την τοπική συμμετοχή και τον σεβασμό προς το φυσικό και πολιτισμικό τοπίο του νησιού.

Ο πυρήνας μιας τέτοιας στρατηγικής πρέπει να είναι η αποκεντρωμένη παραγωγή ενέργειας. Η Ρόδος διαθέτει χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα ανεκμετάλλευτων στεγών σε ξενοδοχεία, κατοικίες, δημόσια κτίρια, χώρους στάθμευσης και τουριστικές εγκαταστάσεις. Αντί να επιβαρύνονται παρθένες ή ευαίσθητες περιοχές με τεράστιες εγκαταστάσεις, το νησί μπορεί να επενδύσει σε μαζική εγκατάσταση φωτοβολταϊκών πάνω σε ήδη δομημένες επιφάνειες. Σκιάσεις parking με ηλιακά πάνελ, ενεργειακές πέργκολες, φωτοβολταϊκές στέγες και μικρές αποκεντρωμένες εγκαταστάσεις μπορούν να καλύψουν σημαντικό μέρος των ενεργειακών αναγκών χωρίς πρόσθετη περιβαλλοντική επιβάρυνση.

Η αιολική ενέργεια μπορεί επίσης να έχει σημαντικό ρόλο, αλλά μόνο μέσα από σοβαρό χωροταξικό σχεδιασμό και αυστηρά περιβαλλοντικά κριτήρια. Η άναρχη τοποθέτηση ανεμογεννητριών σε κάθε κορυφογραμμή αλλοιώνει το ιδιαίτερο τοπίο της Ρόδου και δημιουργεί εύλογες κοινωνικές αντιδράσεις. Η λύση όμως δεν είναι η απόλυτη άρνηση της αιολικής ενέργειας, αλλά η στοχευμένη χρήση μικρών και μεσαίων εγκαταστάσεων σε κατάλληλες περιοχές, με συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών και σεβασμό στη φυσιογνωμία του νησιού. Παράλληλα, η εξέλιξη των πλωτών offshore ανεμογεννητριών μπορεί στο μέλλον να προσφέρει εναλλακτικές λύσεις με μικρότερη οπτική και οικολογική επιβάρυνση.

Το μεγαλύτερο όμως ενεργειακό πρόβλημα της Ρόδου δεν είναι μόνο η παραγωγή, αλλά η ίδια η κατανάλωση. Η υπερβολική χρήση κλιματισμού κατά τους θερινούς μήνες δημιουργεί τεράστια πίεση στο ηλεκτρικό δίκτυο. Για δεκαετίες, η ανάπτυξη βασίστηκε σε ένα μοντέλο που αγνοούσε πλήρως το μικροκλίμα και τις δυνατότητες του μεσογειακού περιβάλλοντος. Δεν είναι λογικό να απαιτούμε ολοένα και περισσότερη ενέργεια για ψύξη, ενώ ταυτόχρονα περιορίζουμε το πράσινο, καλύπτουμε το έδαφος με άσφαλτο και τσιμέντο και επιβαρύνουμε το ίδιο το μικροκλίμα των οικισμών και των πόλεων.

Για τον λόγο αυτό, η βιοκλιματική αρχιτεκτονική πρέπει να αποτελέσει βασικό πυλώνα μιας σύγχρονης οικολογικής πολιτικής. Θερμοπροσόψεις, σύγχρονα κουφώματα, σωστή μόνωση σε τοίχους και ταράτσες, φυσική σκίαση, φυτεύσεις και διαχείριση του αέρα μπορούν να μειώσουν δραματικά τις ανάγκες ψύξης και θέρμανσης. Παράλληλα, η αρχιτεκτονική μπορεί να αξιοποιήσει πολύ πιο έξυπνες μορφές φυσικού δροσισμού: διαμπερή αερισμό, σκιασμένες αυλές, τοίχους με εσωτερικά ανοίγματα, υδάτινα στοιχεία εξάτμισης και υλικά υψηλής θερμικής μάζας. Η παραδοσιακή μεσογειακή αρχιτεκτονική γνώριζε ήδη πολλές από αυτές τις πρακτικές πριν από την εποχή του air condition, και η σύγχρονη τεχνολογία μπορεί να τις εξελίξει ακόμη περισσότερο.

Η ενίσχυση και επιδότηση βιοκλιματικών παρεμβάσεων πρέπει επομένως να αποτελέσει πολιτική προτεραιότητα, όχι μόνο για παλαιά αλλά και για νέα κτίρια. Παράλληλα, οι νέες μεγάλες τουριστικές και οικιστικές μονάδες οφείλουν σταδιακά να υποχρεωθούν να ενσωματώνουν βασικές αρχές βιοκλιματικού σχεδιασμού και υψηλής ενεργειακής απόδοσης. Σε ένα νησί με τόσο ήλιο και φυσικό αερισμό, δεν είναι πλέον αποδεκτό να σχεδιάζονται κτίρια που βασίζονται αποκλειστικά στη συνεχή μηχανική ψύξη.

Σημαντικό ρόλο μπορούν επίσης να διαδραματίσουν οι γεωθερμικές αντλίες θερμότητας, ιδιαίτερα σε μεγάλα ξενοδοχεία, δημόσια κτίρια και σύγχρονες κατοικίες. Πρόκειται για τεχνολογία υψηλής απόδοσης που μπορεί να μειώσει σημαντικά την ενεργειακή κατανάλωση για ψύξη και θέρμανση.

Παράλληλα, ακόμη και ο δημόσιος φωτισμός μπορεί να επανασχεδιαστεί μέσα από μια πιο σύγχρονη και έξυπνη οικολογική προσέγγιση. Έξυπνα συστήματα φωτισμού δρόμων και επαρχιακών οδών, με χρήση LED χαμηλής κατανάλωσης, αισθητήρων κίνησης και δυναμικής ρύθμισης έντασης ανάλογα με την κυκλοφορία, μπορούν να μειώσουν σημαντικά την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και το λειτουργικό κόστος των δήμων. Παράλληλα, η μείωση της άσκοπης φωτορύπανσης συμβάλλει στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής.

Καθοριστικό στοιχείο κάθε μελλοντικού ενεργειακού μοντέλου είναι και η αποθήκευση ενέργειας. Οι μπαταρίες, τα έξυπνα μικροδίκτυα και η τοπική διαχείριση φορτίου θα επιτρέψουν στη Ρόδο να αξιοποιήσει πολύ αποτελεσματικότερα την παραγόμενη ενέργεια από ήλιο και άνεμο. Παράλληλα, νέες τεχνολογίες αποθήκευσης, όπως οι μπαταρίες νατρίου και τα συστήματα αποθήκευσης με molten salt, ενδέχεται να προσφέρουν τα επόμενα χρόνια οικονομικότερες και πιο ανθεκτικές λύσεις μεγάλης κλίμακας για νησιωτικά δίκτυα.

Μακροπρόθεσμα, ακόμη και το πράσινο υδρογόνο μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά ως μέσο αποθήκευσης πλεονάζουσας ενέργειας. Όταν υπάρχει περίσσευμα παραγωγής από ήλιο και άνεμο, αυτή η ενέργεια μπορεί να χρησιμοποιείται για ηλεκτρόλυση νερού και παραγωγή υδρογόνου, το οποίο στη συνέχεια αποθηκεύεται και αξιοποιείται αργότερα για ηλεκτροπαραγωγή ή μεταφορές.

Παράλληλα, η τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο μέσω ενεργειακών κοινοτήτων. Ο Δήμος Ρόδου θα μπορούσε, σε συνεργασία με πολίτες, μικρές επιχειρήσεις και τοπικούς φορείς, να δημιουργήσει δημοτικές ενεργειακές κοινότητες για παραγωγή και διαχείριση ενέργειας προς όφελος της κοινωνίας. Μέσα από φωτοβολταϊκά σε δημοτικά κτίρια, ενεργειακό συμψηφισμό και τοπικά συστήματα αποθήκευσης, θα μπορούσε να μειωθεί το ενεργειακό κόστος σχολείων, κοινωνικών δομών, αντλιοστασίων και ευάλωτων νοικοκυριών.

Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να επιβληθεί αποκλειστικά από μεγάλες εταιρείες και κεντρικούς σχεδιασμούς. Χρειάζεται συμμετοχή των πολιτών, τοπικό έλεγχο και κοινωνική συναίνεση. Η Ρόδος έχει τη δυνατότητα να αποτελέσει πρότυπο βιώσιμης νησιωτικής ανάπτυξης για ολόκληρη τη Μεσόγειο, όχι μέσα από μια λογική ενεργειακής μονοκαλλιέργειας, αλλά μέσα από έναν συνδυασμό τεχνολογίας, εξοικονόμησης, βιοκλιματικού σχεδιασμού, αποκέντρωσης και σεβασμού προς το φυσικό και πολιτισμικό της τοπίο.

3 Μαΐ 2026

Για τη Global Sumud Flotilla, τη Γάζα και τη μεγάλη εικόνα


Πριν από όλα, μια αναγκαία διευκρίνιση. Η κριτική στην πολιτική της σημερινής ισραηλινής κυβέρνησης, στην ισραηλινή Ακροδεξιά και στη στρατηγική που ακυρώνει στην πράξη τη λύση των δύο κρατών δεν είναι κριτική εναντίον του ισραηλινού λαού. Ούτε αμφισβητεί τη νόμιμη και διεθνώς αναγνωρισμένη υπόσταση του κράτους του Ισραήλ. Αντίθετα, ακριβώς επειδή αναγνωρίζουμε ότι το Ισραήλ υπάρχει, έχει πολίτες, έχει ασφάλεια να προστατεύσει και έχει δικαίωμα να ζει χωρίς τρομοκρατικές απειλές, μπορούμε και πρέπει να συζητήσουμε σοβαρά πού τελειώνει η άμυνα και πού αρχίζει η μονιμοποίηση μιας άδικης και μη βιώσιμης πολιτικής συνθήκης που φέρνει σε διαρκή σύγκρουση την περιοχή εδώ και δεκαετίες.



Α. Ο στολίσκος, η δράση και οι αντιδράσεις

Η συζήτηση για τη Global Sumud Flotilla δεν χρειάζεται ούτε αγιογραφίες ούτε κραυγές μίσους. Μπορεί κανείς να θεωρεί τον στολίσκο υπερβολικά συμβολικό, πολιτικά αφελή, επικοινωνιακά στημένο ή ακόμη και προβληματικό, χωρίς να εύχεται σε ανθρώπους να πνιγούν, να κακοποιηθούν ή να εξαφανιστούν σε φυλακές. Αυτό το πέρασμα από την κριτική στην απανθρωπιά είναι από μόνο του ένα σύμπτωμα της εποχής.

Ναι, φυσικά και ο στολίσκος είναι πρωτίστως πολιτική πράξη. Δεν είναι ο βασικός μηχανισμός τροφοδοσίας της Γάζας. Δεν πρόκειται να λύσει το ανθρωπιστικό πρόβλημα με μερικά σκάφη και λίγους τόνους βοήθειας. Ο στόχος του είναι κυρίως συμβολικός. Να αμφισβητήσει τον αποκλεισμό, να προκαλέσει πολιτική πίεση, να φέρει ξανά την εικόνα της Γάζας στη διεθνή δημοσιότητα.

Αυτό μπορεί να το κρίνει κανείς όπως θέλει. Μπορεί να το θεωρεί γενναίο. Μπορεί να το θεωρεί αφελές. Μπορεί να το θεωρεί επικοινωνιακή προβοκάτσια. Αλλά από εκεί μέχρι το να υιοθετούμε άκριτα ολόκληρη την κρατική αφήγηση του Ισραήλ υπάρχει μεγάλη απόσταση.


Β. Η εμπλοκή της Ελλάδας

Σε αυτή την υπόθεση υπάρχει και μια ελληνική διάσταση που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη. Με τα μέχρι τώρα στοιχεία, δεν προκύπτει ότι η ελληνική κυβέρνηση συμμετείχε επιχειρησιακά στην ίδια την αναχαίτιση του στολίσκου. Προκύπτει όμως, από ισραηλινές αναφορές, ότι η μεταφορά και αποβίβαση των ακτιβιστών στην Κρήτη έγινε σε συντονισμό με την ελληνική πλευρά.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα οργάνωσε ή ενέκρινε την αναχαίτιση. Σημαίνει όμως ότι ενεπλάκη στη διαχείριση του αποτελέσματός της. Και εδώ υπάρχει πολιτικό ζήτημα.

Άλλο είναι μια χώρα να προσφέρει ανθρωπιστική υποδοχή σε ανθρώπους που βρίσκονται σε ανάγκη, και άλλο να εμφανίζεται, έστω και εκ των υστέρων, ως μέρος της διαχείρισης μιας αμφιλεγόμενης ισραηλινής επιχείρησης σε διεθνή ύδατα. Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει ποιος ήταν ακριβώς ο ρόλος της, πότε ενημερώθηκε, τι συμφωνήθηκε με την ισραηλινή πλευρά και με ποια πολιτική ή νομική βάση έγινε η μεταφορά στην Κρήτη.


Γ. Ο αποκλεισμός, η Αίγυπτος, η Χαμάς και ο ΟΗΕ

Το Ισραήλ έχει πραγματικά ζητήματα ασφαλείας. Η Χαμάς και οι σύμμαχοί της δεν αποτελούν φανταστικό κίνδυνο. Πρόκειται για ένοπλους, αυταρχικούς και επικίνδυνους παράγοντες, με βαριά ευθύνη και απέναντι στους Ισραηλινούς πολίτες και απέναντι στους ίδιους τους Παλαιστινίους. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να μιλά για τη Γάζα σαν να μην υπάρχει αυτό το δεδομένο.

Πρέπει επίσης να ειπωθεί καθαρά ότι η Γάζα δεν ήταν απλώς ένας αποκλεισμένος τόπος. Ήταν και ένας τόπος εσωτερικά ελεγχόμενος από ένα αυταρχικό καθεστώς της Χαμάς, μια ιδιότυπη «δικτατορία» που δεν επέτρεψε κανονική δημοκρατική πολιτική ζωή, δεν ανέχθηκε πραγματικό πλουραλισμό και χρησιμοποίησε τον παλαιστινιακό πληθυσμό και ως κοινωνική βάση και ως εργαλείο επιβίωσης της δικής της εξουσίας. Αυτό δεν μειώνει την ευθύνη του αποκλεισμού. Αλλά εξηγεί γιατί το παλαιστινιακό δράμα δεν μπορεί να διαβαστεί με απλοϊκούς όρους καλών και κακών.

Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να ειπωθεί εξίσου καθαρά ότι το Ισραήλ έχει δείξει αξιοσημείωτη αποφασιστικότητα στην τήρηση του αποκλεισμού, σε βαθμό που αυτή η πολιτική δημιουργεί διαρκείς εντάσεις με διεθνείς οργανισμούς, ανθρωπιστικές αποστολές και κυβερνήσεις. Η αποφασιστικότητα αυτή δεν μπορεί να ιδωθεί έξω από το ζήτημα της ασφάλειας. Δεν μπορεί, όμως, και να λειτουργεί ως γενική απάντηση σε κάθε ανθρωπιστική ένσταση.

Μιλάμε για μια περιοχή που, από το 2007, ζει υπό καθεστώς αποκλεισμού, με εξαιρετικά περιορισμένη δυνατότητα μετακίνησης ανθρώπων και αγαθών. Και εδώ πρέπει να είμαστε ακριβείς. Η Γάζα δεν είναι αποκλεισμένη μόνο από το Ισραήλ. Η Αίγυπτος, ελέγχοντας το πέρασμα της Ράφα, έχει επίσης συμβάλει καθοριστικά στον περιορισμό της μετακίνησης, ιδίως σε περιόδους παρατεταμένου κλεισίματος του περάσματος.

Αυτό δεν εξισώνει τους ρόλους. Το Ισραήλ έχει τον κυρίαρχο έλεγχο του αποκλεισμού, της θάλασσας, του εναέριου χώρου και των βασικών εμπορικών ροών. Η Αίγυπτος όμως αποτελεί μέρος της ίδιας πραγματικότητας απομόνωσης. Για τους κατοίκους της Γάζας, το αποτέλεσμα είναι ότι η έξοδος και η είσοδος δεν λειτουργούν ως κανονικότητα, αλλά ως εξαίρεση υπό εξωτερικό έλεγχο.

Ο αποκλεισμός της Γάζας έχει επανειλημμένα καταδικαστεί από όργανα, εισηγητές και ανθρωπιστικούς μηχανισμούς του ΟΗΕ ως πολιτική που οδηγεί σε συλλογική τιμωρία και πρέπει να αρθεί. Ταυτόχρονα, υπάρχει και η αντίθετη νομική ερμηνεία, όπως η έκθεση Palmer του 2011, που θεώρησε ειδικά τον ναυτικό αποκλεισμό νόμιμο μέτρο ασφαλείας. Συνεπώς, το ζήτημα δεν είναι νομικά αδιάφορο ούτε μονοσήμαντο.

Είναι όμως βέβαιο ότι ο ΟΗΕ, ως ανθρωπιστικό και πολιτικό σύστημα, έχει επανειλημμένα ζητήσει την άρση ή την ουσιαστική χαλάρωση του αποκλεισμού, ιδίως λόγω των συνεπειών του στον άμαχο πληθυσμό.

Όταν ο έλεγχος των φορτίων, οι καθυστερήσεις, οι απορρίψεις υλικών και οι παρεμβάσεις σε διεθνείς αποστολές επηρεάζουν την πρόσβαση ενός πληθυσμού σε τρόφιμα, φάρμακα, καύσιμα και βασικές υποδομές, τότε το θέμα παύει να είναι μόνο ζήτημα ασφαλείας. Μετατρέπεται σε διεθνές πολιτικό και ανθρωπιστικό πρόβλημα.


Δ. Η ευρύτερη εικόνα

Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Η Γάζα δεν είναι ένα μεμονωμένο επεισόδιο. Είναι το πιο ορατό και πιο τραγικό σημείο μιας πολύ ευρύτερης σύγκρουσης, όπου η ασφάλεια, η κατοχή, η ανθρωπιστική κρίση, οι περιφερειακές ισορροπίες και η διεθνής διπλωματία μπλέκονται σε έναν κόμπο που κανείς δεν θέλει πραγματικά να λύσει.

Η έκταση των απωλειών μεταξύ αμάχων στη Γάζα έχει προκαλέσει σοβαρό προβληματισμό στη διεθνή κοινότητα. Ακόμη και όταν δεχόμαστε ότι το Ισραήλ έχει δικαίωμα στην άμυνα, δεν μπορούμε να αγνοούμε το ερώτημα της αναλογικότητας. Η ασφάλεια ενός κράτους δεν μπορεί να σημαίνει ασφυξία ενός ολόκληρου πληθυσμού. Ούτε μπορεί κάθε κριτική στην ισραηλινή πολιτική να βαφτίζεται αυτομάτως αντισημιτισμός ή υποστήριξη της Χαμάς.

Το πραγματικό πρόβλημα, λοιπόν, είναι βαθύτερο από έναν στολίσκο. Είναι ότι η σημερινή ισραηλινή πολιτική φαίνεται να έχει περάσει από την προσωρινή διαχείριση του παλαιστινιακού ζητήματος στη μόνιμη ακύρωση της λύσης των δύο κρατών. Ο αποκλεισμός της Γάζας, η επέκταση των εποικισμών στη Δυτική Όχθη, η de facto προσάρτηση εδαφών και η συστηματική αποδυνάμωση κάθε παλαιστινιακής πολιτικής εκπροσώπησης δεν είναι αποσπασματικά μέτρα. Συνθέτουν μια πραγματικότητα μέσα στην οποία ένα κυρίαρχο, βιώσιμο παλαιστινιακό κράτος γίνεται όλο και λιγότερο πιθανό.


Ε. Το Όσλο, η ισραηλινή Ακροδεξιά και το τέλος της λύσης των δύο κρατών

Αυτό δεν ξεκίνησε σήμερα. Η μεγάλη ιστορική τομή ήταν η Συμφωνία του Όσλο. Με όλες τις αδυναμίες, τις ασάφειες και τις αντιφάσεις της, ήταν η τελευταία μεγάλη προσπάθεια να ανοίξει ένας δρόμος προς τη λύση των δύο κρατών. Η ΟΑΠ, υπό τον Αραφάτ και με κεντρικό πολιτικό κορμό τη Φατάχ, επένδυσε σε αυτή τη διαδικασία, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ και αποδεχόμενη έναν δύσκολο, σταδιακό και αβέβαιο δρόμο προς παλαιστινιακή κρατική υπόσταση.

Αντίθετα, από την ισραηλινή πλευρά, η συμφωνία αντιμετωπίστηκε από τη Δεξιά και την Ακροδεξιά όχι ως δύσκολος συμβιβασμός, αλλά ως εθνική υποχώρηση. Η δολοφονία του Γιτζάκ Ράμπιν από Ισραηλινό ακροδεξιό το 1995 δεν ήταν απλώς μια τραγωδία. Ήταν ιστορικό σημείο καμπής. Από εκεί και μετά, η προοπτική του Όσλο άρχισε να χάνει το πολιτικό της κέντρο μέσα στο ίδιο το Ισραήλ, ενώ οι δυνάμεις που δεν ήθελαν ποτέ πραγματικά ένα παλαιστινιακό κράτος άρχισαν να κερδίζουν όλο και περισσότερο χώρο.

Δεν μπορούμε λοιπόν να αγνοήσουμε τον ρόλο της ισραηλινής Ακροδεξιάς. Η σημερινή κυβέρνηση του Ισραήλ δεν κινείται μόνο από το τραύμα της 7ης Οκτωβρίου ή από πραγματικές ανάγκες ασφαλείας. Κινείται και υπό την πίεση δυνάμεων που δεν θέλουν καμία λύση δύο κρατών, που βλέπουν τη Δυτική Όχθη ως χώρο μόνιμης ισραηλινής κυριαρχίας και που αντιμετωπίζουν την παλαιστινιακή πολιτική υπόσταση ως απειλή που πρέπει να ακυρωθεί.

Σε αυτό το πλαίσιο, το Likud, το κόμμα του Νετανιάχου, έχει στραφεί πλέον ξεκάθαρα ενάντια σε κάθε ουσιαστική προοπτική δύο κρατών. Η επίσημη ρητορική μπορεί να μεταβάλλεται ανάλογα με τις διεθνείς πιέσεις, αλλά η πολιτική πρακτική, οι εποικισμοί, ο κατακερματισμός της Δυτικής Όχθης και η άρνηση πραγματικής παλαιστινιακής κυριαρχίας δείχνουν μια σαφή κατεύθυνση.

Δεν μιλάμε πια απλώς για σκληρή διαπραγματευτική στάση. Μιλάμε για μια πολιτική που διαμορφώνει επί του εδάφους τις συνθήκες ώστε το δεύτερο κράτος να μην μπορεί να υπάρξει.


ΣΤ. Πραγματική απειλή για το Ισραήλ ή ευρύτερη συνθήκη για την εδραίωση ενός μόνιμου καθεστώτος;

Στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να δούμε και την εμπλοκή των ΗΠΑ στην αντιπαράθεση με το Ιράν, τον ευρύτερο περιφερειακό αντίπαλο του Ισραήλ, αλλά και τη στροφή της προσοχής προς τον Λίβανο και τη Χεζμπολάχ. Η αντιπαράθεση με την Τεχεράνη, οι εντάσεις και οι συγκρούσεις στον Λίβανο και η απειλή της Χεζμπολάχ δημιουργούν ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους παρουσιάζεται διαρκώς ως κάτι που «δεν μπορεί να γίνει τώρα».

Η προσοχή μεταφέρεται από τη Γάζα στο Ιράν, από το Ιράν στον Λίβανο, από τον Λίβανο στη Χεζμπολάχ. Έτσι, το παλαιστινιακό ζήτημα παύει να εμφανίζεται ως αίτημα δικαιοσύνης, κυριαρχίας και κρατικής υπόστασης, και παρουσιάζεται όλο και περισσότερο ως ένα ακόμη επεισόδιο ενός ευρύτερου πολέμου ασφαλείας.

Πάντα υπάρχει ένα νέο μέτωπο, ένας νέος κίνδυνος, μια νέα έκτακτη συνθήκη. Και μέσα σε αυτή τη διαρκή εξαίρεση, η λύση των δύο κρατών δεν απορρίπτεται απλώς. Αδειάζει από περιεχόμενο.

Η Χαμάς είναι πραγματική απειλή. Η Χεζμπολάχ είναι πραγματική απειλή. Το Ιράν είναι πραγματικός γεωπολιτικός αντίπαλος του Ισραήλ. Το πρόβλημα αρχίζει όταν οι πραγματικές απειλές μετατρέπονται σε μόνιμη πολιτική συνθήκη, μέσα στην οποία κάθε συζήτηση για παλαιστινιακή κυριαρχία, διεθνή αναγνώριση και πολιτική λύση αναβάλλεται επ’ αόριστον.


Που καταλήγουμε; 

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ακτιβιστής έχει δίκιο. Δεν σημαίνει ότι κάθε στολίσκος είναι αθώος, σοφός ή αποτελεσματικός. Δεν σημαίνει ότι πρέπει να κλείνουμε τα μάτια στον ρόλο της Χαμάς ή στις σκοτεινές διασυνδέσεις που μπορεί να υπάρχουν γύρω από τέτοιες πρωτοβουλίες. Και στα παιχνίδια εξουσίας ο συμβολισμός είναι ισχυρός εκατέρωθεν.

Σημαίνει, όμως, ότι δεν μπορούμε να συζητάμε για τη Γάζα μόνο με όρους ασφαλείας. Δεν μπορούμε να μιλάμε για ανθρωπιστική κρίση σαν να είναι επικοινωνιακό τέχνασμα. Δεν μπορούμε να κάνουμε πως ο αποκλεισμός, οι απώλειες αμάχων, η αυταρχική εξουσία της Χαμάς και η σταδιακή διάλυση της προοπτικής δύο κρατών είναι δευτερεύουσες λεπτομέρειες.

Η κριτική στον ακτιβισμό είναι θεμιτή, όπως οφείλει να είναι σε κάθε δημοκρατία. Πρέπει όμως να αναγνωρίζει και τις αναγκαιότητες που δημιούργησαν τη δράση. Κανένας ακτιβισμός δεν γεννιέται στο κενό.

Η κριτική στη Χαμάς είναι αναγκαία. Η αναγνώριση των φόβων του Ισραήλ είναι απαραίτητη. Η αναγνώριση της νόμιμης υπόστασης του Ισραήλ δεν μπορεί όμως να σημαίνει λευκή επιταγή σε οποιαδήποτε κυβερνητική πολιτική. Κάθε μονοδιάστατη προσέγγιση είναι σαφώς μακριά από την πραγματικότητα.




Αλλά τίποτε από αυτά δεν μπορεί να ακυρώσει το βασικό ερώτημα.

Το Ισραήλ μπορεί σήμερα να θεωρεί ότι ο συσχετισμός δύναμης είναι ευνοϊκός. Έχει στρατιωτική υπεροχή, ισχυρές συμμαχίες, περιφερειακά ανοίγματα και τη δυνατότητα να επιβάλλει επί του εδάφους τετελεσμένα. Όμως οι συσχετισμοί δεν είναι αιώνιοι. Αυτό που σήμερα φαίνεται ως στρατηγικό πλεονέκτημα μπορεί αύριο να μετατραπεί σε διπλωματικό βάρος, νομική έκθεση και πολιτική απομόνωση.

Και αυτό έχει ήδη αρχίσει να φαίνεται. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες δεν αντιμετωπίζουν πλέον την ισραηλινή πολιτική στη Γάζα και στα κατεχόμενα με την ίδια ανοχή. Άλλες αναγνωρίζουν παλαιστινιακό κράτος. Άλλες ζητούν κυρώσεις, επανεξέταση εμπορικών σχέσεων ή περιορισμούς σε προϊόντα εποικισμών. Άλλες, ακόμη κι αν δεν φτάνουν μέχρι εκεί, δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να υπερασπιστούν πολιτικά μια κατάσταση που εμφανίζεται ως μόνιμος αποκλεισμός, μόνιμη κατοχή και μόνιμη αναβολή κάθε λύσης.

Αν αυτή η κατάσταση συνεχιστεί για άλλα δέκα χρόνια, τι ακριβώς θα έχει απομείνει προς διαπραγμάτευση; Μια Γάζα αποκλεισμένη, κατεστραμμένη και πολιτικά τραυματισμένη από την αυταρχική εξουσία της Χαμάς; Μια Δυτική Όχθη ακόμη πιο κατακερματισμένη από εποικισμούς, στρατιωτικούς ελέγχους και de facto προσαρτήσεις; Μια παλαιστινιακή πολιτική εκπροσώπηση ακόμη πιο αδύναμη και μια νέα γενιά που θα έχει μεγαλώσει χωρίς καμία πραγματική εμπειρία ελευθερίας, κυριαρχίας ή προοπτικής;

Και τότε, κάτω από ποιο πλαίσιο θα μιλάμε για δικαιοσύνη; Για ποιον θα είναι δίκαιη μια τέτοια κατάσταση; Για τους Παλαιστινίους που θα ζουν χωρίς κράτος; Για τους Ισραηλινούς που θα ζουν σε μόνιμη στρατιωτική επιφυλακή; Για την περιοχή που θα ανακυκλώνει κάθε λίγα χρόνια έναν νέο κύκλο πολέμου, εκδίκησης και ανθρωπιστικής κατάρρευσης;

Το μεγάλο στρατηγικό ρίσκο για το Ισραήλ είναι να αφήσει τους ακραίους να πιστέψουν ότι επειδή μπορούν σήμερα να επιβάλουν τετελεσμένα, θα μπορούν αύριο και να τα νομιμοποιήσουν. Η ισχύς μπορεί να επιβάλει μια κατάσταση για κάποιο διάστημα. Δεν μπορεί όμως επ’ άπειρον να αντικαθιστά τη δικαιοσύνη, τη διεθνή νομιμότητα και την πολιτική λύση.

Θέλουμε, λοιπόν, μια δίκαιη πολιτική λύση στο πλαίσιο των διεθνών αποφάσεων, της αμοιβαίας αναγνώρισης και της λύσης των δύο κρατών ή απλώς τη μονιμοποίηση μιας κατάστασης όπου ένας λαός ζει χωρίς πραγματική κυριαρχία, χωρίς ασφάλεια, χωρίς προοπτική και χωρίς κράτος, ενώ ένας άλλος λαός καλείται να θεωρεί αυτή τη διαρκή εξαίρεση ως κανονικότητα ασφαλείας;