12 Ιουλ 2026

Αρχαιοπόπ: Κεραμική, μνήμη και η επινόηση της ελληνικότητας.

 Μια πήλινη κριτική στην εμπορευματοποίηση του πολιτισμού από τον κεραμίστα Στέργιο Παρδαλό. 

Η κεραμική υπήρξε πάντοτε ένας από τους σημαντικότερους φορείς της συλλογικής μνήμης. Οι αρχαιολόγοι γνωρίζουν καλά ότι πολλές φορές η ιστορία μιας κοινωνίας διασώζεται όχι μέσα από τα ανάκτορα και τα μνημεία της, αλλά μέσα από τα σπασμένα της πιάτα. Η κεραμική αφηγείται την ιστορία κάθε εποχής, ακόμη και της δικής μας.

Σε αυτή ακριβώς την παράδοση παρεμβαίνει το έργο του κεραμίστα. Όχι για να αναπαράγει την αρχαιότητα, αλλά για να χρησιμοποιήσει το ίδιο το αρχαίο μέσο ως εργαλείο κριτικής της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.

Ο Παρθενώνας, οι οπλίτες, οι αρχαιοπρεπείς μορφές και οι λέξεις «GREECE» και «FOR SALE» δεν λειτουργούν εδώ ως διακοσμητικά στοιχεία ούτε ως φόρος τιμής στο παρελθόν. Λειτουργούν ως υλικά μιας σύγχρονης αρχαιολογίας, ως θραύσματα της εικόνας που η ίδια η Ελλάδα κατασκεύασε για τον εαυτό της και στη συνέχεια προσέφερε προς κατανάλωση.






Ο καλλιτέχνης στρέφεται προς τη βιομηχανία της ελληνολατρείας και την αισθητική της αναμνηστικής κεραμικής. Τα μαγνητάκια, τα πιάτα τοίχου, οι μικρογραφίες μνημείων και οι αναρίθμητες παραλλαγές της «αιώνιας Ελλάδας» αποτελούν ίσως τη μαζικότερη εικονογραφία της σύγχρονης χώρας και ταυτόχρονα το πιο επιτυχημένο της εξαγώγιμο προϊόν.

Ποια Ελλάδα όμως αφηγούνται αυτά τα αντικείμενα; Πρόκειται για μια Ελλάδα περιορισμένη σε λίγα ασφαλή και αναγνωρίσιμα σύμβολα, που συμπυκνώνεται στον Παρθενώνα, στις περικεφαλαίες και στους δωρικούς κίονες, ενώ η ιστορική πολυπλοκότητα, οι αντιφάσεις και οι ασυνέχειες εξαφανίζονται πίσω από την καθαρότητα της εικόνας.

Πού βρίσκεται το όριο ανάμεσα στο αναμνηστικό και το κιτς; Πότε η πολιτιστική μνήμη μετατρέπεται σε προϊόν; Και γιατί η αρχαιότητα αναπαρίσταται τόσο συχνά μέσα από μια αισθητική στερεοτύπων και όχι μέσα από το πραγματικό της βάθος;

Η παγκόσμια τουριστική βιομηχανία έχει μετατρέψει την ιστορία πολλών πολιτισμών σε εικόνα και φευγαλέα εντύπωση, σε αντικείμενα που καταλήγουν να διακοσμούν το ψυγείο ή το σαλόνι μας, δημιουργώντας συχνά μια αντίληψη της πολιτιστικής κληρονομιάς απογυμνωμένη από το βάθος, τις αντιφάσεις και την ιστορικότητά της.

Το έργο όμως του καλλιτέχνη δεν ασκεί απλώς κριτική στον τουρισμό ή στην εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ασκεί κριτική στη νεοελληνική σχέση με την αρχαιότητα, σε μια σχέση που υπήρξε συχνά περισσότερο ιδεολογική παρά ιστορική.

Ο Παρθενώνας του σχολικού βιβλίου, ο Παρθενώνας της τουριστικής αφίσας, ο Παρθενώνας του ΕΟΤ, του τσιμέντου για τις ορδές των τουριστών και ο Παρθενώνας του αναμνηστικού καταστήματος συνθέτουν διαφορετικές εκδοχές του ίδιου συμβόλου.

Η αρχαιότητα μετατρέπεται σταδιακά σε εικόνα, η εικόνα σε αφήγημα και το αφήγημα σε προϊόν. Η πολιτιστική κληρονομιά παύει να αποτελεί αντικείμενο κατανόησης και μετατρέπεται σε αντικείμενο κατανάλωσης.

Η ειρωνεία είναι ότι αυτή η κριτική διατυπώνεται χρησιμοποιώντας το ίδιο το αρχαίο μέσο. Ο κεραμίστας δεν επιλέγει τον καμβά ούτε τη φωτογραφία. Επιλέγει τον πηλό. Το ίδιο υλικό που χρησιμοποίησαν οι αρχαίοι για να αφηγηθούν τον κόσμο τους χρησιμοποιείται σήμερα για να σχολιάσει τον τρόπο με τον οποίο εμείς επιλέγουμε να θυμόμαστε εκείνον τον κόσμο.

Ο πηλός που διέσωσε την ιστορία της αρχαιότητας γίνεται το μέσο μέσω του οποίου αποδομείται η σύγχρονη μυθολογία της.

Η συγγένεια με την Pop Art είναι αναπόφευκτη, με μια ουσιώδη διαφορά. Εδώ δεν έχουμε τις κονσέρβες του Warhol ούτε τα προϊόντα της αμερικανικής κατανάλωσης. Εδώ έχουμε τον Παρθενώνα-μαγνητάκι, τον κίονα-μπρελόκ και την ελληνικότητα ως εμπορικό σήμα.

Αν η Pop Art σχολίασε την κοινωνία της κατανάλωσης, η Αρχαιοπόπ του Στέργιου Παρδαλού σχολιάζει την κατανάλωση της ίδιας της ιστορίας.

Ο κεραμίστας μετατρέπεται έτσι ταυτόχρονα σε δημιουργό και αρχαιολόγο. Ανασκάπτει όχι ερείπια αλλά σύμβολα, όχι αγγεία αλλά στερεότυπα, όχι τον κόσμο των προγόνων μας αλλά τον τρόπο με τον οποίο επιλέξαμε να τον θυμόμαστε.

Αν ένας αρχαιολόγος του μέλλοντος ανακάλυπτε κάποτε αυτά τα κεραμικά χωρίς κανένα άλλο συμφραζόμενο, τι θα συμπέραινε για τον πολιτισμό που τα δημιούργησε;

Θα έβλεπε μια κοινωνία που είχε αναγάγει την εικόνα της αρχαιότητας σε κυρίαρχο σύμβολο της ταυτότητάς της. Μια κοινωνία που επέλεξε να συμπυκνώσει χιλιάδες χρόνια ιστορίας σε λίγα επαναλαμβανόμενα εικονίδια: τον Παρθενώνα, τον οπλίτη, τον κίονα και την περικεφαλαία.

Ίσως να κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η σημαντικότερη εξαγωγή αυτού του πολιτισμού δεν ήταν η ίδια η ιστορία του αλλά η εικόνα της ιστορίας του. Και ίσως τότε να καταλάβαινε κάτι που εμείς δυσκολευόμαστε ακόμη να παραδεχτούμε: ότι ο σύγχρονος ελληνικός πολιτισμός δεν εμπορεύεται μόνο την αρχαιότητα, αλλά και την ίδια την ιδέα της συνέχειας με αυτήν.

Η πραγματική θεματική αυτών των έργων δεν είναι τελικά η αρχαιότητα αλλά η νεοελληνική σχέση με την αρχαιότητα, η πατριδολαγνεία ως εικονογραφία και η μετατροπή της μνήμης σε προϊόν και της ιστορίας σε εμπορικό σήμα.

Και ίσως τελικά αυτή να είναι η ουσία της Αρχαιοπόπ: η στιγμή που ένας πολιτισμός κοιτάζει τη βιτρίνα του αναμνηστικού του καταστήματος και αναγνωρίζει μέσα της τον ίδιο του τον εαυτό.




4 Ιουλ 2026

Που είσαι Οδυσσέα;


Η συζήτηση για τη νέα κινηματογραφική Οδύσσεια του Christopher Nolan έχει ξεκινήσει πολύ πριν δούμε την ίδια την ταινία. Άλλοι ανησυχούν για το καστ, άλλοι για την ιστορική ακρίβεια, άλλοι για τις ιδεολογικές προθέσεις του σκηνοθέτη.

Προσωπικά, θεωρώ ότι όλα αυτά είναι δευτερεύοντα.

Η Οδύσσεια δεν είναι αρχαιολογικό ντοκιμαντέρ. Δεν υπήρξε ποτέ. Το ίδιο το ομηρικό έπος αποτελεί προϊόν αιώνων προφορικής παράδοσης, όπου κάθε γενιά αοιδών αναδιαμόρφωνε τον μύθο για το κοινό της εποχής της. Ακόμη και ο Όμηρος δεν περιγράφει έναν «καθαρό» μυκηναϊκό κόσμο. Στο έργο του συνυπάρχουν στοιχεία διαφορετικών εποχών, αναχρονισμοί και ποιητικές επιλογές.

Αν λοιπόν ο ίδιος ο μύθος εξελίχθηκε μέσα από διαρκείς επανερμηνείες, γιατί να απαιτούμε από έναν σύγχρονο σκηνοθέτη να λειτουργήσει ως αρχαιολόγος και όχι ως καλλιτέχνης;

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ένας ήρωας φοράει το σωστό κράνος ή αν ένας ηθοποιός έχει το χρώμα δέρματος που φανταζόμαστε. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν παραμένει ζωντανό το πνεύμα της Οδύσσειας.

Είναι ακόμη ο Οδυσσέας ο άνθρωπος του νόστου; Ο άνθρωπος που επιμένει απέναντι στη μοίρα, που νικά με τη μῆτι και όχι μόνο με τη δύναμη; Παραμένει η επιστροφή στην Ιθάκη μια υπαρξιακή αναζήτηση της ταυτότητας και όχι απλώς ένα γεωγραφικό ταξίδι; Παραμένει η σύγκρουση με τον Ποσειδώνα η διαρκής πάλη του ανθρώπου απέναντι στις δυνάμεις που τον υπερβαίνουν;

Αυτές είναι οι ερωτήσεις που έχουν σημασία.

Ένα από τα καλύτερα παραδείγματα δημιουργικής διασκευής είναι το O Brother, Where Art Thou? των Joel Coen και Ethan Coen. Η ταινία δεν διαδραματίζεται στην αρχαία Ελλάδα αλλά στον αμερικανικό Νότο της δεκαετίας του 1930. Δεν έχει οπλίτες, τριήρεις ή μυκηναϊκά ανάκτορα. Κι όμως, σχεδόν κανείς δεν αμφισβητεί ότι πρόκειται για μια εξαιρετική μεταγραφή της Οδύσσειας. Γιατί; Επειδή δεν μετέφερε τα εξωτερικά στοιχεία του έπους. Μετέφερε την ψυχή του.

Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το μέτρο κάθε μεγάλης διασκευής.

Η Οδύσσεια ανήκει πλέον στην παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά. Δεν ανήκει αποκλειστικά στους Έλληνες ούτε σε κάποια συγκεκριμένη εποχή. Κάθε δημιουργός έχει το δικαίωμα να τη διαβάσει ξανά μέσα από τη δική του ματιά. Αυτό όμως συνοδεύεται από μια ευθύνη: να διατηρήσει ζωντανό τον πυρήνα του έργου.

Γιατί η Οδύσσεια δεν είναι μια ιστορία για την αρχαία Ελλάδα. Είναι μια ιστορία για τον άνθρωπο.

Για την επιμονή απέναντι στις αντιξοότητες.

Για τη σύγκρουση με τη μοίρα.

Για την απώλεια και την επανάκτηση της ταυτότητας.

Για τον νόστο, όχι μόνο ως επιστροφή σε έναν τόπο, αλλά ως επιστροφή στον ίδιο μας τον εαυτό.

Αυτό είναι που περιμένω να δω στη νέα Οδύσσεια. Όχι αν όλα είναι ιστορικά ή αρχαιολογικά ακριβή, αλλά αν, όταν ανάψουν τα φώτα της αίθουσας, θα αισθάνομαι ότι συνάντησα ξανά τον Οδυσσέα.