12 Απρ 2026

Το Άγιο Φως ως τελετή, αφήγηση και πολιτικό σύμβολο.

 Η τελετή του Αγίου Φωτός, που τελείται κάθε Μεγάλο Σάββατο στον Πανάγιο Τάφο, αποτελεί σήμερα ένα από τα πιο φορτισμένα σύμβολα της ορθόδοξης πασχαλινής εμπειρίας. Για ένα μεγάλο μέρος των πιστών, δεν είναι απλώς μια τελετουργική πράξη, αλλά μια ετήσια επιβεβαίωση της Αναστάσεως. Ωστόσο, μια ιστορική και πολιτική προσέγγιση του φαινομένου δεν έχει ως σκοπό ούτε να χλευάσει ούτε να υπαγορεύσει στον πιστό πώς θα πιστεύει. 

Το ερώτημα είναι διαφορετικό: πώς μια παλιά τελετή φωτός και φωτιάς -παρόμοια με αυτές που συναντάμε σε αρχαιότερες θρησκείες - απέκτησε τη μορφή ενός ετήσιου θαύματος και πώς, στη σύγχρονη εποχή, μετατράπηκε σε κρατικά αναβαθμισμένο δημόσιο γεγονός. 

Οι αρχαιότερες μαρτυρίες για τη λατρευτική ζωή των Ιεροσολύμων δεν γνωρίζουν ακόμη την τελετή με τη μορφή με την οποία είναι σήμερα γνωστή. Η Εγερία, ήδη από τον 4ο αιώνα, περιγράφει τη λειτουργική χρήση του φωτός στον χώρο του Τάφου και την ύπαρξη ακοίμητης λυχνίας, από την οποία λαμβάνεται φως για τις τελετές. Αυτό είναι ιστορικά κρίσιμο, γιατί δείχνει ότι το φως είναι εξαρχής στοιχείο της λατρείας, όχι όμως ακόμη και το πλήρως διατυπωμένο θαύμα. Με άλλα λόγια, προηγείται η τελετουργία και έπεται η θαυματουργική της ερμηνεία. 

Η μεταβολή αυτή αποτυπώνεται καθαρότερα στους μεταγενέστερους περιηγητές. Ο Βερνάρδος ο Προσκυνητής, τον 9ο αιώνα, αναφέρει ότι κατά την τελετή «φως κατέρχεται και ανάπτει τα φώτα του μνημείου». Εδώ πια δεν έχουμε απλώς λατρευτικό φως αλλά μια σαφή θαυματολογική περιγραφή. Στους επόμενους αιώνες, ο Γουλιέλμος της Τύρου και ο Jacques de Vitry παραλαμβάνουν μια ήδη διαμορφωμένη παράδοση. Το κρίσιμο σημείο δεν είναι ότι οι μεταγενέστερες πηγές μιλούν για θαύμα. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι οι αρχαιότερες δεν το κάνουν με τον ίδιο τρόπο. Άρα, ιστορικά, δεν βρισκόμαστε μπροστά σε ένα αμετάβλητο δεδομένο, αλλά μπροστά σε μια εξελισσόμενη αφήγηση. Αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να επισημανθεί με σαφήνεια. 

Η τελετή του φωτός είναι παλαιά. Η θαυματουργική της μορφή, όμως, όπως εδραιώθηκε στη λαϊκή και εκκλησιαστική συνείδηση, είναι προϊόν ιστορικής διαμόρφωσης. Αυτό δεν συνιστά προσβολή της πίστης, αλλά στοιχειώδες συμπέρασμα κριτικής ανάγνωσης των πηγών. Όποιος συγχέει την παλαιότητα της τελετής με την αχρονικότητα της ερμηνείας της, ουσιαστικά καταργεί την ίδια την ιστορική μέθοδο. 

Σε αυτό το σημείο χρειάζεται και μια βασική διευκρίνιση μεθόδου. Η εργασία του ιστορικού δεν είναι να επιβεβαιώσει ή να απορρίψει μια παράδοση, ούτε να λειτουργήσει ως υπερασπιστής ή αρνητής της πίστης. Δεν είναι, επίσης, ο ρόλος του να αποδείξει ότι κάθε τι μεταφυσικό είναι ανύπαρκτο. Ο ιστορικός δεν κινείται στο πεδίο της απόδειξης της πίστης ή της άρνησής της, αλλά στο πεδίο της κατανόησης. Η παράδοση, από αυτή την άποψη, δεν αποτελεί εμπόδιο προς αποδόμηση, αλλά εργαλείο ερμηνείας. Μέσα από αυτήν, ο ιστορικός εξετάζει πώς οι άνθρωποι σε διαφορετικές εποχές αντιλαμβάνονται το θείο, πώς το εντάσσουν στην καθημερινότητά τους και πώς το μετατρέπουν σε συλλογική εμπειρία. Το μεταφυσικό, επομένως, δεν αντιμετωπίζεται ως ζήτημα προς διάψευση, αλλά ως ιστορικό φαινόμενο: ως κάτι που εξελίσσεται, μετασχηματίζεται και αποκτά διαφορετικό νόημα μέσα στον χρόνο. 

Η διαφοροποίηση αυτή ενισχύεται ακόμη περισσότερο αν ληφθούν υπόψη και οι εξωτερικές μαρτυρίες. Ο al-Biruni, τον 11ο αιώνα, καταγράφει ότι οι χριστιανοί θεωρούν το φαινόμενο θαυματουργικό, χωρίς να αποδέχεται ο ίδιος -πιθανότερο λόγω της θρησκευτικής του ταυτότητας- αυτή την ερμηνεία. Η μαρτυρία του έχει αξία όχι επειδή «διαψεύδει», αλλά επειδή φανερώνει κάτι θεμελιώδες: το Άγιο Φως δεν υπήρξε ποτέ ένα φαινόμενο μονοσήμαντο για όλους. Ήδη από τον Μεσαίωνα γίνεται αντιληπτό διαφορετικά, ανάλογα με το πολιτισμικό και θρησκευτικό πλαίσιο. Αυτό σημαίνει ότι η έννοιά του δεν είναι αυτονόητη, αλλά εξαρτάται από το ερμηνευτικό σύστημα μέσα στο οποίο εντάσσεται. 

Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η δύναμη της θαυματολογίας στον μεσαιωνικό κόσμο. Σε μια κοινωνία θεοκεντρική, όπου η ιστορία, η λατρεία, η εξουσία και η καθημερινότητα δεν είναι σαφώς διαχωρισμένα πεδία, το θαύμα δεν λειτουργεί ως ανωμαλία αλλά ως φυσική προέκταση της κοσμοαντίληψης. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί με νεωτερικούς όρους, γιατί αποτελεί ήδη τρόπο κατανόησης της πραγματικότητας. Το θαύμα, λοιπόν, δεν είναι η άρνηση της ερμηνείας. Είναι η μορφή που παίρνει η ερμηνεία σε έναν κόσμο που οργανώνεται γύρω από τη θεία παρουσία. 

Στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να νοηθεί και η θαυματολογία των αγίων. Οι άγιοι δεν λειτουργούν μόνο ως πρότυπα βίου, αλλά και ως σημεία εγγύτητας του θείου προς τον άνθρωπο. Το θαύμα, έτσι, μετακινείται από τον χώρο του μεταφυσικού ιδεατού, στον χώρο της εμπειρίας. Γίνεται ο τρόπος με τον οποίο η θεολογία αποκτά χειροπιαστή μορφή. Δεν είναι δύσκολο να δει κανείς ότι και το Άγιο Φως λειτούργησε μέσα στην ίδια λογική: ως συμβολική και τελετουργική μετάφραση μιας θεολογικής αλήθειας σε συλλογικά βιωμένο γεγονός. Γι’ αυτό και η θαυματολογία δεν πρέπει να αποδίδεται πρόχειρα είτε σε «εκκλησιαστική απάτη» είτε σε αφελή θρησκοληψία. Είναι πολύ σοβαρότερο φαινόμενο από αυτό. Αντανακλά μια βαθιά λαϊκή ανάγκη να γίνει το θείο αισθητό, προσιτό και ιστορικά παρόν. 

Σε κοινωνίες όπου το δόγμα και η θεολογία είναι αφαιρετικά, το θαύμα λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στην υψηλή έννοια και στη λαϊκή εμπειρία. Αυτό σημαίνει ότι η ισχύς του δεν προέρχεται μόνο από την κορυφή της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, αλλά και από τη βάση της κοινότητας που το έχει ανάγκη. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το φαινόμενο μένει αθώο όταν περνά από την ιστορία στη δημόσια διαχείριση. Και εδώ ακριβώς αρχίζει η πολιτική του διάσταση. Στη σύγχρονη Ελλάδα, το Άγιο Φως δεν αποτελεί απλώς θρησκευτικό σύμβολο. Η μεταφορά του με κρατική μέριμνα, η τελετουργική υποδοχή του και η πανελλαδική διανομή του το έχουν μετατρέψει σε γεγονός θεσμικά αναβαθμισμένο. Το κράτος δεν στέκεται απλώς απέναντί του ως ουδέτερος παρατηρητής. Συμμετέχει ενεργά στην ενίσχυση του συμβόλου.

 Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η ιστορική ανάλυση πρέπει να γίνει σαφής. Όταν ένα θρησκευτικό σύμβολο υποδέχεται τιμές που παραπέμπουν σε επίπεδο αρχηγού κράτους, τότε παύει να βρίσκεται αποκλειστικά στο πεδίο της πίστης. Έχει ήδη εισέλθει στο πεδίο της πολιτικής. Όχι με τη στενή κομματική έννοια, αλλά με την ουσιαστική έννοια της κρατικής διαχείρισης των συλλογικών συμβόλων. Το Άγιο Φως δεν είναι πλέον μόνο τελετή. Είναι και μηχανισμός δημόσιας επιβεβαίωσης. Η πολιτική του σημασία φάνηκε καθαρά τα χρόνια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, όταν επανειλημμένα διακινούνταν φήμες ότι η κυβέρνηση ενδέχεται να μη φέρει το Άγιο Φως στην Ελλάδα. Ανεξαρτήτως του αν οι φήμες αυτές είχαν κάθε φορά πραγματική βάση, το ίδιο το γεγονός ότι παρήγαγαν κοινωνική ανησυχία είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικό. Δείχνει ότι η τελετή είχε πάψει προ πολλού να είναι ένα απλό εκκλησιαστικό έθιμο. Είχε ήδη ενταχθεί στη σφαίρα της κρατικά εγγυημένης κανονικότητας. Η πιθανή διακοπή της δεν βιωνόταν ως οργανωτική αλλαγή, αλλά ως σύμβολο ρήξης. 

Εδώ ακριβώς συναντώνται ιστορία, κοινωνία και πολιτική. Ένα τελετουργικό φως, που στις πρώιμες πηγές ανήκει στη λειτουργική ζωή του Παναγίου Τάφου, μετατρέπεται βαθμιαία σε θαύμα, στη συνέχεια σε παράδοση, έπειτα σε εθνικοθρησκευτικό σύμβολο και τέλος σε κρατικά υποστηριζόμενο δημόσιο γεγονός. Αυτή η διαδρομή δεν είναι τυχαία. Είναι η διαδρομή μέσω της οποίας ένα θρησκευτικό σύμβολο αποκτά υπερβάλλουσα σημασία μέσα σε μια κοινωνία που το επενδύει με ιστορική συνέχεια, πολιτισμική ταυτότητα και συναισθηματική ασφάλεια. 

Στο σημείο αυτό έχει σημασία να επανέλθει κανείς και στην πατερική θεολογία. Ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος Νύσσης διατυπώνουν μια θεώρηση της πίστης ως μετουσιας και μυστηρίου, όχι ως μηχανισμού απόδειξης. Η γνώση του Θεού δεν συγκροτείται ως αποτέλεσμα θεαματικών επιβεβαιώσεων, αλλά ως σχέση. Από αυτή τη σκοπιά, η απαίτηση μιας ετήσιας αισθητής επιβεβαίωσης της θείας παρουσίας δεν είναι αυτονόητα συμβατή με την ίδια την υψηλή θεολογική λογική της παράδοσης. Αυτό δεν ακυρώνει το σύμβολο. Θέτει, όμως, ένα σοβαρό ερώτημα για τη μετατόπιση από το μυστήριο στη δημόσια βεβαιότητα. 

Και ακριβώς εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Όσο περισσότερο ένα σύμβολο ενισχύεται από κρατικούς και εκκλησιαστικούς μηχανισμούς, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από την προσωπική πίστη και μετατρέπεται σε εργαλείο συλλογικής επιβεβαίωσης. Δεν είναι ανάγκη να μιλήσει κανείς για συνωμοσία ή εξαπάτηση για να το διαπιστώσει. Αρκεί να παρατηρήσει τη λειτουργία του φαινομένου. Το Άγιο Φως χρησιμοποιείται σήμερα όχι μόνο ως αντικείμενο πίστης, αλλά και ως συμβολικός άξονας γύρω από τον οποίο οργανώνονται δημόσια συναισθήματα, πολιτισμικές βεβαιότητες και κρατικές χειρονομίες νομιμοποίησης. 

Γι’ αυτό και το κεντρικό ερώτημα δεν είναι αν το φως «ανάβει μόνο του». Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς ένα τέτοιο σύμβολο κατέστη αναγκαίο στη δημόσια ζωή, σε ποιο βαθμό η κρατική του αναβάθμιση ενίσχυσε αυτή την αναγκαιότητα και πώς η απουσία του έφτασε να προκαλεί φόβο κοινωνικής και συμβολικής αποσταθεροποίησης. Από εκεί και πέρα, ο ιστορικός δεν χρειάζεται να κηρύξει ούτε να απολογηθεί. 

Αρκεί να περιγράψει με ακρίβεια τη διαδρομή του φαινομένου. 

Και η διαδρομή αυτή είναι σαφής: από τη λατρευτική χρήση του φωτός στην Ιερουσαλήμ, στη μεσαιωνική θαυματολογική αφήγηση· από εκεί, στη συλλογική παγίωση του συμβόλου· και τελικά, στη σύγχρονη πολιτική και κρατική του αξιοποίηση. Εκεί βρίσκεται η ουσιαστική ιστορική σημασία του Αγίου Φωτός. Όχι μόνο στο τι πιστεύουν γι’ αυτό οι άνθρωποι, αλλά στο τι κάνει μια κοινωνία με αυτό όταν το μετατρέπει από τελετή σε δημόσιο θεσμό. 

Η ιστορία των συμβόλων είναι, συχνά, πιο αποκαλυπτική από τα ίδια τα γεγονότα που τα γέννησαν. Το Άγιο Φως ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Δεν είναι μόνο μια τελετή, αλλά μια διαδρομή: από τη λατρεία στην αφήγηση, από την αφήγηση στη συλλογική βεβαιότητα και από εκεί στη δημόσια αναπαραγωγή. 

Η ιστορία δεν αποφαίνεται για το υπερφυσικό. Παρατηρεί τη χρήση του. Και μέσα από αυτή τη χρήση, αναδεικνύεται όχι τόσο το τι είναι το Άγιο Φως, όσο το τι σημαίνει για αυτούς που το διατηρούν, το μεταφέρουν και το περιμένουν. Σε αυτό το σημείο, η ανάλυση σταματά. Όχι επειδή δεν υπάρχουν απαντήσεις, αλλά επειδή το ερώτημα έχει ήδη μετατοπιστεί.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το φαινόμενο μένει αθώο όταν περνά από την ιστορία στη δημόσια διαχείριση. Και εδώ ακριβώς αρχίζει η πολιτική του διάσταση…

27 Μαρ 2026

Η ήττα της Αριστεράς είναι επιλογή — όχι συγκυρία

 Η σημερινή πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα δεν μπορεί να εξηγηθεί απλώς ως αποτέλεσμα ιδεολογικής επικράτησης της Δεξιάς. Αντίθετα, πρόκειται κυρίως για το αποτέλεσμα μιας βαθιάς και διαρκούς αποτυχίας του προοδευτικού χώρου να συγκροτήσει ένα συνεκτικό, αξιόπιστο και κυβερνήσιμο πολιτικό σχέδιο.


Η κοινωνία εξακολουθεί να παράγει αιτήματα που δεν είναι δεξιά. Ζητά καλύτερη δημόσια υγεία, σταθερή εργασία, αξιοπρεπείς μισθούς, πρόσβαση στην κατοικία, θεσμική διαφάνεια και λογοδοσία. Αυτά τα αιτήματα δεν είναι περιθωριακά. Είναι πλειοψηφικά. Ωστόσο, δεν μεταφράζονται σε πολιτική δύναμη. Όχι επειδή δεν υπάρχουν κόμματα που τα εκφράζουν, αλλά επειδή αυτά τα κόμματα αδυνατούν να συνεργαστούν, να συνθέσουν και τελικά να πείσουν ότι μπορούν να κυβερνήσουν.


Εδώ βρίσκεται και ο πυρήνας του προβλήματος. Η ιδεολογική ταυτότητα έχει μετατραπεί από εργαλείο κατανόησης της πραγματικότητας σε μηχανισμό πολιτικής ακινησίας.


Ο ΣΥΡΙΖΑ ολοκλήρωσε τον ιστορικό του ρόλο ως βασικός φορέας έκφρασης της κοινωνικής αντίδρασης στην περίοδο της κρίσης, χωρίς όμως να καταφέρει να σταθεροποιηθεί ως σύγχρονος φορέας διακυβέρνησης. Οι εσωτερικές του συγκρούσεις, η φθορά από τη διακυβέρνηση και η απώλεια κοινωνικής γείωσης έχουν περιορίσει σημαντικά την επιρροή του. Η σημερινή ηγεσία επιχειρεί μια ανασύνταξη, αλλά το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Σε αυτό το πλαίσιο, η συμβολή σε ένα νέο πολιτικό σχήμα — ακόμη και μέσα από ριζικές οργανωτικές αλλαγές — θα μπορούσε να αποτελέσει πράξη πολιτικής ευθύνης.


Η Νέα Αριστερά επέλεξε τη ρήξη αντί της εσωτερικής δημοκρατικής σύγκρουσης. Η επιλογή αυτή συνέβαλε στον κατακερματισμό του χώρου και ενίσχυσε μια τάση ιδεολογικής αυτονόμησης. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να αγνοηθεί ότι αρκετά από τα στελέχη της ασκούν σοβαρό και τεκμηριωμένο κοινοβουλευτικό έργο, με παρεμβάσεις που στηρίζονται σε επιχειρήματα και όχι σε συνθήματα. Η αντίφαση βρίσκεται ακριβώς εδώ: ανάμεσα σε μια ποιοτική κοινοβουλευτική παρουσία και σε μια πολιτική στρατηγική που περιορίζει τη δυνατότητα ευρύτερων συνεργασιών.


Το ΜέΡΑ25 συμβάλλει με έναν λόγο που συχνά έχει θεωρητική συνοχή και παρουσιάζει εναλλακτικές προσεγγίσεις σε κρίσιμα ζητήματα, ιδιαίτερα στην οικονομία. Ωστόσο, η έντονη προσωποκεντρική του δομή και η διαρκής αντιπαράθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ δυσκολεύουν τη διεύρυνσή του και τη συμμετοχή του σε μια διαδικασία πολιτικής σύνθεσης.


Το ΚΚΕ, με τη σταθερή του άρνηση συνεργασιών, διατηρεί μια συνεκτική ιδεολογική ταυτότητα και έναν σαφή πολιτικό λόγο. Ταυτόχρονα όμως, η επιλογή αυτή το τοποθετεί εκτός οποιασδήποτε προοπτικής συμμετοχής σε κυβερνητικά σχήματα, περιορίζοντας την επιρροή του σε επίπεδο καταγραφής και όχι αλλαγής πολιτικής πραγματικότητας.


Το ΠΑΣΟΚ παραμένει ένας παράγοντας με θεσμική παρουσία και ιστορικό βάρος, αλλά και με έντονη πολιτική αμφισημία. Η συμμετοχή του στην δημιουργία αλλά και την  διαχείριση της κρίσης, οπως και οι συνεργασίες του με τη Δεξιά εξακολουθούν να επηρεάζουν την αξιοπιστία του. Παράλληλα, η απουσία σαφούς στρατηγικής για τον ρόλο του σε ένα ενδεχόμενο προοδευτικό σχήμα δημιουργεί την εικόνα ενός κόμματος που διστάζει να επιλέξει κατεύθυνση.


Η Πλεύση Ελευθερίας εμφανίζεται ως ένα αριστερογενές σχήμα, με έντονη έμφαση σε ζητήματα δικαιωμάτων και δημοκρατίας. Ωστόσο, η πολιτική της λειτουργία χαρακτηρίζεται από έντονο προσωποκεντρισμό, αντισυστημική ρητορική και περιορισμένη προγραμματική συνοχή. Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική ταυτότητα που συνδυάζει αριστερό λόγο με πρακτικές που συναντώνται συχνά σε μορφές λαϊκής δεξιάς, ενισχύοντας τελικά την ασάφεια και τον κατακερματισμό.


Ταυτόχρονα, οι πρόσφατες τοποθετήσεις βασικών πολιτικών προσώπων δείχνουν ότι το αίτημα της σύνθεσης δεν είναι θεωρητικό. Ο Σωκράτης Φάμελλος θέτει πλέον ανοιχτά ως κεντρική στρατηγική την ενότητα των προοδευτικών δυνάμεων. Ο Αλέξης Χαρίτσης, μέσα από τη δημόσια πολιτική του στάση, ανέδειξε με σαφήνεια το πραγματικό δίλημμα ανάμεσα στην ιδεολογική αυτάρκεια και στις πολιτικές συγκλίσεις. Και ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται εκ νέου ως πιθανός καταλύτης μιας ευρύτερης ανασύνθεσης.


Σε αυτό το πλαίσιο, ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται εύλογα ως ο φυσικός ηγέτης ενός τέτοιου εγχειρήματος, καθώς παραμένει το πιο αναγνωρίσιμο και πολιτικά έμπειρο πρόσωπο του χώρου. Ωστόσο, το πολιτικό του παρελθόν παραμένει φορτισμένο και εξακολουθεί να λειτουργεί διχαστικά για ένα τμήμα της κοινωνίας. Αυτό δεν αναιρεί τον ρόλο του, αλλά θέτει ένα πραγματικό πολιτικό ζήτημα: είτε θα απαιτηθεί μια ουσιαστική επανατοποθέτησή του — ένα είδος πολιτικού rebranding με σαφές νέο αφήγημα — είτε η επιλογή ενός νέου, καθαρά προοδευτικού προσώπου στην κορυφή, που θα μπορεί να εκφράσει ευρύτερα κοινωνικά ακροατήρια χωρίς τα βάρη του παρελθόντος. Σε κάθε περίπτωση, το ζητούμενο δεν είναι το πρόσωπο καθαυτό, αλλά η δυνατότητα να συγκροτηθεί μια πειστική πρόταση εξουσίας.


Σε αυτό το περιβάλλον, η κινηματική δυναμική που αναδύθηκε μετά την τραγωδία στα Τέμπη ανέδειξε κάτι βαθύτερο από μια απλή κοινωνική αντίδραση. Ανέδειξε ένα αίτημα δικαιοσύνης που υπερβαίνει τα κομματικά όρια και αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας. Οι μαζικές κινητοποιήσεις και η επιμονή για λογοδοσία επανέφεραν στο προσκήνιο την ανάγκη θεσμικής αξιοπιστίας. Η δικαιοσύνη, σε αυτό το πλαίσιο, μπορεί να αποτελέσει σημείο εκκίνησης για μια νέα πολιτική αφήγηση.


Ωστόσο, το ίδιο αυτό αίτημα δεν είναι πολιτικά ουδέτερο ως προς την κατεύθυνσή του. Η δημόσια παρουσία της Μαρίας Καρυστιανού ανέδειξε έναν λόγο που δεν εντάσσεται εύκολα σε παραδοσιακές ιδεολογικές κατηγορίες, αλλά συγκροτεί ακροατήρια από διαφορετικά κοινωνικά και πολιτικά στρώματα. Όταν η έννοια της δικαιοσύνης αποσυνδέεται από ένα σαφές πλαίσιο δικαιωμάτων και θεσμικών εγγυήσεων, υπάρχει ο κίνδυνος να μετατραπεί σε πεδίο πολιτικής μετατόπισης προς πιο τιμωρητικές ή απλουστευτικές αντιλήψεις. Έτσι, ένα δίκαιο κοινωνικό αίτημα μπορεί να αποκτήσει κατεύθυνση που δεν είναι εξ ορισμού προοδευτική.


Το κεντρικό πρόβλημα, τελικά, δεν είναι η ύπαρξη διαφωνιών. Είναι η αδυναμία μετατροπής τους σε σύνθεση.


Στον σημερινό προοδευτικό χώρο, η έννοια της ιδεολογικής καθαρότητας έχει αποκτήσει δυσανάλογη βαρύτητα. Όμως η πολιτική δεν είναι χώρος επιβεβαίωσης ταυτοτήτων. Είναι πεδίο άσκησης εξουσίας με στόχο την αλλαγή της πραγματικότητας. Και χωρίς συνεργασίες, αυτή η δυνατότητα απλώς δεν υπάρχει.

Η άρνηση συνεργασιών δεν είναι ουδέτερη στάση. Παράγει συγκεκριμένο αποτέλεσμα: αφήνει τη Δεξιά να κυβερνά χωρίς ουσιαστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας.

Η υπέρβαση αυτού του αδιεξόδου δεν μπορεί να προκύψει από μικρές διορθώσεις. Απαιτεί πολιτικό θάρρος, ειλικρίνεια και μια συνειδητή μετατόπιση από τη λογική της αυτάρκειας στη λογική της σύνθεσης.


Γιατί τελικά, η πραγματικότητα είναι απλή:

χωρίς συνεργασία δεν υπάρχει εξουσία

και χωρίς εξουσία δεν υπάρχει πολιτική αλλαγή.


20 Φεβ 2026

Καρακόνερο: από τον καταυλισμό στη λύση – ένταξη, κανόνες και ευθύνη

 


Το Καρακόνερο δεν είναι πια ένα τυχαίο σημείο στη Ρόδο. Έχει εξελιχθεί σε σύμβολο μιας χρόνιας αποτυχίας διαχείρισης: πρόχειρες εγκαταστάσεις δίπλα σε τουριστικές υποδομές, περιβαλλοντική υποβάθμιση, επαναλαμβανόμενες εντάσεις με κατοίκους και υπηρεσίες. Μαζί με αυτά, υπάρχει μια πραγματικότητα που δεν βοηθά να αποσιωπούμε: παραβατικές συμπεριφορές από μερίδα Ρομά, μικροκλοπές, παράνομες συνδέσεις ρεύματος, πυρκαγιές, αλλά και επικίνδυνες πρακτικές στον χώρο της άτυπης «ανακύκλωσης», όπως η καύση καλωδίων για την απόσπαση χαλκού. Αυτές οι πρακτικές έχουν σοβαρότητα περιβαλλοντικό και υγειονομικό αποτύπωμα για τους ίδιους τους κατοίκους του καταυλισμού και για τις γύρω γειτονιές.


Η αποσιώπηση αυτής της πλευράς είναι λάθος. Αφήνει χώρο σε ακραίες φωνές να γενικεύουν συλλογικά και να προτείνουν λύσεις «εκκαθάρισης», που δεν συνάδουν με το κράτος δικαίου. Από την άλλη, η απλή καταστολή χωρίς σχέδιο ένταξης έχει αποδειχθεί εξίσου αναποτελεσματική: κάθε «εκκαθάριση» μετακινεί το πρόβλημα λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, μέχρι να επιστρέψει στο ίδιο σημείο. Το Καρακόνερο είναι το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής του «μπαλώματος».


Ας το πούμε καθαρά: ο πρόχειρος καταυλισμός στο Καρακόνερο δεν είναι αποδεκτή μορφή διαβίωσης. Είναι επικίνδυνος για ανθρώπινες ζωές, δημιουργεί υγειονομικούς κινδύνους, υποβαθμίζει τον δημόσιο χώρο και λειτουργεί ως θερμοκήπιο παραβατικότητας. Η Πολιτεία και ο Δήμος οφείλουν να εφαρμόζουν τον νόμο: αιγιαλοί, λιμενικές ζώνες, κοινόχρηστοι χώροι και επικίνδυνες περιοχές δεν είναι χώροι κατοίκησης. Όμως η νομιμότητα δεν μπορεί να σημαίνει απλώς «φύγετε από εδώ». Αν δεν υπάρξουν πραγματικές εναλλακτικές στέγασης, η απομάκρυνση γίνεται απλώς ανακύκλωση της φτώχειας.


Η λύση δεν βρίσκεται στη δημιουργία ενός νέου, «ωραιοποιημένου» καταυλισμού αλλού. Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι η απο-γκετοποίηση μέσω διάχυτης στέγασης στον αστικό ιστό, με συνοδευτικές κοινωνικές υπηρεσίες, είναι το πιο αποτελεσματικό μοντέλο. Σε πόλεις της Ισπανίας εφαρμόστηκαν προγράμματα εξάλειψης παραγκουπόλεων με μετεγκατάσταση οικογενειών σε κανονικές κατοικίες μέσα σε γειτονιές, ενώ σε βόρειες χώρες πολιτικές «πρώτα η στέγη» (Housing First) απέδειξαν ότι η σταθερή κατοικία, όταν συνοδεύεται από υποστήριξη, μειώνει τη μακροχρόνια περιθωριοποίηση. Το κοινό νήμα αυτών των παραδειγμάτων είναι σαφές: όχι νέες χωρικές εξορίες, αλλά ένταξη στον κανονικό ιστό της πόλης.


Η ένταξη, όμως, δεν είναι μονόδρομος παροχών. Είναι συμβόλαιο αμοιβαιότητας. Η κοινωνία της Ρόδου έχει δικαίωμα στην ασφάλεια και την τήρηση κανόνων. Όποιος παρανομεί λογοδοτεί ατομικά, ανεξαρτήτως καταγωγής. Ταυτόχρονα, όσοι εντάσσονται σε στεγαστικά προγράμματα οφείλουν να δεσμεύονται σε βασικές υποχρεώσεις: σχολική φοίτηση των παιδιών, κανόνες συμβίωσης στις γειτονιές, συνεργασία με κοινωνικούς λειτουργούς, συμμετοχή σε νόμιμες μορφές απασχόλησης. Μόνο έτσι το πρόγραμμα γίνεται κοινωνικά αποδεκτό και βιώσιμο.


Ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να δοθεί στην παραοικονομία της “ανακύκλωσης”. Η καύση καλωδίων για την ανάκτηση χαλκού δεν είναι «παραδοσιακή δραστηριότητα», αλλά παράνομη και τοξική πρακτική που ρυπαίνει τον αέρα και το έδαφος, εκθέτοντας κυρίως παιδιά σε επικίνδυνους ρύπους. Η αντιμετώπιση πρέπει να είναι διπλή: αυστηρή εφαρμογή της περιβαλλοντικής και ποινικής νομοθεσίας σε όσους καίνε καλώδια και σε όσους αγοράζουν μέταλλο χωρίς παραστατικά, και ταυτόχρονα δημιουργία νόμιμων διεξόδων απασχόλησης στην ανακύκλωση (κοινωνική εργασία, αδειοδοτημένες εγκαταστάσεις, εκπαίδευση σε μη ρυπογόνες μεθόδους). Αν δεν κοπεί η «αγορά» της παρανομίας, το κίνητρο θα αναπαράγεται.


Υπάρχει και μια ακόμη διάσταση που δεν πρέπει να αγνοούμε: η προστασία από ρατσιστική βία. Σε περιόδους έντασης, ακραίες ομάδες επιχειρούν να μετατρέψουν ένα υπαρκτό κοινωνικό πρόβλημα σε πεδίο στοχοποίησης ανθρώπων. Το κράτος δικαίου δεν διαπραγματεύεται με τον ρατσισμό ούτε επιτρέπει αυτοδικία. Η απομάκρυνση από ακατάλληλους χώρους πρέπει να γίνεται θεσμικά, με κοινωνική διαμεσολάβηση και προστασία όλων των εμπλεκομένων, ώστε να μην ανοίγουν επικίνδυνες χαραμάδες βίας.


Τι σημαίνει αυτό, πρακτικά, για τη Ρόδο; Σταδιακή αποσυμφόρηση του Καρακόνερου, μικρής κλίμακας μεταβατικές λύσεις μόνο ως γέφυρα και όχι ως νέος καταυλισμός, και πιλοτικό πρόγραμμα διάχυτης στέγασης σε κανονικά σπίτια μέσα στην πόλη, με κοινωνική υποστήριξη, έλεγχο τήρησης κανόνων και διασύνδεση με εργασία. Παράλληλα, συστηματικοί έλεγχοι για περιβαλλοντικά εγκλήματα και παραοικονομία, ώστε η ένταξη να μη συνυπάρχει με την ανομία.


Το Καρακόνερο μας αναγκάζει να διαλέξουμε: θα συνεχίσουμε να μετακινούμε καταυλισμούς και να ανακυκλώνουμε την περιθωριοποίηση ή θα επενδύσουμε σε μια δύσκολη, αλλά ουσιαστική πολιτική ένταξης με κανόνες και λογοδοσία; Η δεύτερη επιλογή δεν υπόσχεται θαύματα. Υπόσχεται όμως κάτι πιο σπάνιο στην ελληνική δημόσια διοίκηση: μια ρεαλιστική πιθανότητα να κλείσει ο κύκλος του προβλήματος – αυτή τη φορά οριστικά.