Η Ρόδος παρουσιάζεται εδώ και χρόνια ως ένα από τα πιο επιτυχημένα παραδείγματα του ελληνικού τουρισμού. Εκατομμύρια επισκέπτες, υψηλοί τζίροι, συνεχείς επενδύσεις και μια εικόνα διαρκούς ανάπτυξης δημιουργούν την εντύπωση μιας ισχυρής και ευημερούσας τοπικής οικονομίας. Πίσω όμως από αυτή τη βιτρίνα διαμορφώνεται σταδιακά μια διαφορετική πραγματικότητα, πολύ πιο ανησυχητική: η ολοένα αυξανόμενη οικονομική πίεση που βιώνουν οι ίδιοι οι άνθρωποι που κρατούν όρθια την οικονομία του νησιού.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τα χαμηλά εισοδήματα ούτε περιορίζεται αποκλειστικά στους εποχικούς εργαζόμενους. Αφορά πλέον συνολικά τη δυνατότητα ενός μεγάλου μέρους της τοπικής κοινωνίας να συνεχίσει να ζει αξιοπρεπώς στον τόπο του.
Ένας εποχικός εργαζόμενος στον τουρισμό με περίπου 1.200 ευρώ μηνιαίο εισόδημα για επτά μήνες εργασίας θεωρείται σήμερα ένας απολύτως φυσιολογικός εργαζόμενος της αγοράς. Μαζί με τα αναλογικά δώρα, το επίδομα αδείας και το ταμείο ανεργίας, το συνολικό ετήσιο καθαρό διαθέσιμο εισόδημά του φτάνει περίπου στις 11.000–12.000 ευρώ. Την ίδια στιγμή όμως, το πραγματικό κόστος διαβίωσης σε ένα σύγχρονο τουριστικό νησί προσεγγίζει πλέον επίπεδα που για πολλούς γίνονται οριακά μη βιώσιμα.
Το στεγαστικό κόστος αποτελεί πλέον έναν από τους βασικότερους παράγοντες πίεσης. Στη Ρόδο, ένα μικρό διαμέρισμα περίπου 40–45 τετραγωνικών μέτρων μπορεί να κοστίζει κατά μέσο όρο περίπου 500 ευρώ τον μήνα ή και περισσότερο, ιδιαίτερα σε περιοχές με αυξημένη τουριστική πίεση και περιορισμένη διαθεσιμότητα κατοικιών για μόνιμη μίσθωση. Αυτό σημαίνει ότι μόνο για στέγαση ένας εργαζόμενος μπορεί να χρειάζεται περίπου 6.000 ευρώ ετησίως, δηλαδή πάνω από το μισό πραγματικό καθαρό ετήσιο εισόδημα ενός μέσου εποχικού εργαζόμενου στον τουρισμό.
Ακόμη και με ιδιαίτερα προσεκτική κατανάλωση, οι βασικοί λογαριασμοί ρεύματος, νερού και internet δύσκολα πέφτουν κάτω από τα 150 ευρώ μηνιαίως. Μόνο για βασική διατροφή και μια στοιχειώδη κοινωνική ζωή απαιτούνται πλέον ποσά που πριν λίγα χρόνια θα θεωρούνταν υπερβολικά για έναν εργαζόμενο χαμηλού ή μεσαίου εισοδήματος. Αν προστεθούν μετακινήσεις, καύσιμα, ρούχα, φάρμακα και βασικά μικροέξοδα, το πραγματικό κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης ξεπερνά πλέον το διαθέσιμο εισόδημα ενός μεγάλου μέρους των εργαζομένων.
Και όλα αυτά χωρίς να υπολογίζονται οικογενειακές υποχρεώσεις, παιδιά, σοβαρά προβλήματα υγείας ή πραγματική δυνατότητα αποταμίευσης.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον δημιουργούνται όλο και βαθύτερες κοινωνικές αντιφάσεις. Όταν το συνολικό ετήσιο εισόδημα ενός εποχικού εργαζόμενου ξεπεράσει το όριο των 10.000 ευρώ, παύει ουσιαστικά να ισχύει η φορολογική απαλλαγή του επιδόματος ανεργίας, με αποτέλεσμα ακόμη και το ταμείο ανεργίας να προστίθεται στο φορολογητέο εισόδημα. Έτσι, εργαζόμενοι με ήδη πιεσμένα και ασταθή εισοδήματα αντιμετωπίζονται φορολογικά σαν να διαθέτουν πραγματικό οικονομικό πλεόνασμα, τη στιγμή που μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους απορροφάται ήδη από βασικές ανάγκες διαβίωσης.
Η οικονομική πίεση αποτυπώνεται πλέον ακόμη και στην πρόσβαση στο ίδιο το τραπεζικό σύστημα. Πολλοί εποχικοί εργαζόμενοι, παρά τη σταθερή πολυετή εργασία τους στον ίδιο κλάδο ή ακόμη και στον ίδιο εργοδότη, δυσκολεύονται να αποκτήσουν πρόσβαση σε στεγαστικό δανεισμό, καθώς το εποχικό και σχετικά χαμηλό ετήσιο εισόδημα αξιολογείται συχνά ως αυξημένο οικονομικό ρίσκο.
Την ίδια στιγμή, το συνεχώς αυξανόμενο κόστος κατοικίας καθιστά την απόκτηση πρώτης κατοικίας ολοένα και πιο μη ρεαλιστικό στόχο για μεγάλο μέρος των νέων εργαζομένων και νοικοκυριών των νησιών. Έτσι, πολλοί παραμένουν εγκλωβισμένοι σε μια ακριβή αγορά ενοικίων, όπου ακόμη και η κάλυψη προκαταβολών, εγγυήσεων ή έκτακτων εξόδων συχνά οδηγεί στην ανάγκη μικρού καταναλωτικού δανεισμού ή οικονομικής στήριξης από οικογένεια και συγγενείς.
Το πρόβλημα όμως δεν αφορά μόνο τους εργαζόμενους. Ένας μικρός επιχειρηματίας σε ένα τουριστικό νησί καλείται να καλύπτει ενοίκια, ασφαλιστικές εισφορές, λογαριασμούς ενέργειας, δημοτικά τέλη και λειτουργικά έξοδα ολόκληρο τον χρόνο, ακόμη και όταν η πραγματική οικονομική δραστηριότητα παραμένει έντονα εποχική. Έτσι, μεγάλο μέρος της μικρής τοπικής επιχειρηματικότητας λειτουργεί ουσιαστικά με στόχο να επιβιώσει τον χειμώνα μέσω των εσόδων λίγων μόνο μηνών υψηλής τουριστικής δραστηριότητας.
Παράλληλα, η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες που θεωρούνται αυτονόητες σε μεγάλες αστικές περιοχές παραμένει για πολλούς νησιώτες σημαντικά ακριβότερη. Για ζητήματα υγείας, εξειδικευμένων εξετάσεων ή σπουδών, πολλές οικογένειες αναγκάζονται να καλύπτουν υψηλό κόστος μετακινήσεων προς την Αθήνα ή άλλα μεγάλα αστικά κέντρα. Αυτό σημαίνει ότι το πραγματικό κόστος ζωής στα νησιά δεν περιορίζεται μόνο στη στέγαση ή στην ενέργεια, αλλά επεκτείνεται συνολικά στην πρόσβαση σε βασικά κοινωνικά αγαθά.
Παρατηρούμε επίσης, με επίσημα στοιχεία του Εργατικού Κέντρου, πως ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του εργατικού δυναμικού στον τουρισμό προέρχεται από τρίτες χώρες, λόγω της αδυναμίας κάλυψης των αναγκών από τον εγχώριο πληθυσμό. Οι άνθρωποι αυτοί εργάζονται νόμιμα και καλύπτουν πραγματικές ανάγκες της οικονομίας. Το ζήτημα δεν είναι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι ούτε η εθνική ή θρησκευτική τους προέλευση.
Ωστόσο, η συνεχής εξάρτηση ενός παραγωγικού μοντέλου από εισαγόμενη εργασία χαμηλότερου κόστους λειτουργεί αναπόφευκτα και ως μηχανισμός διατήρησης χαμηλών μισθολογικών πιέσεων στην αγορά. Όταν το πραγματικό κόστος ζωής αυξάνεται συνεχώς αλλά οι αμοιβές παραμένουν σχεδόν στάσιμες, η οικονομική πίεση μεταφέρεται τελικά στους μόνιμους κατοίκους, στους νέους εργαζόμενους και συνολικά στη βιωσιμότητα της τοπικής κοινωνίας.
Και εδώ εμφανίζεται μια βαθύτερη πολιτική αντίφαση.
Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει μέσω της αρχής της νησιωτικότητας ότι οι νησιωτικές περιοχές αντιμετωπίζουν μόνιμα γεωγραφικά και οικονομικά μειονεκτήματα και χρειάζονται ειδικές πολιτικές προσαρμογής. Η ύπαρξη μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ στα νησιά δεν αποτελούσε κάποια «παρανομία» ή παρέκκλιση εκτός ευρωπαϊκού πλαισίου, αλλά εφαρμογή μιας αναγνωρισμένης πολιτικής αντιμετώπισης του αυξημένου κόστους ζωής και λειτουργίας των νησιωτικών περιοχών.
Η κατάργηση των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ στα μεγάλα νησιά παρουσιάστηκε την περίοδο των μνημονίων ως αναγκαστική δημοσιονομική επιλογή. Ωστόσο, αρκετά χρόνια μετά, η διατήρηση των αυξημένων συντελεστών δεν αποτελεί πλέον απλώς «υποχρέωση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση», αλλά ξεκάθαρη πολιτική επιλογή.
Η σημερινή κυβερνητική πολιτική εξακολουθεί ουσιαστικά να αντιμετωπίζει τη Ρόδο κυρίως ως ένα ισχυρό φορολογικό και τουριστικό κέντρο. Η επιλογή αυτή είναι βαθιά πολιτική. Το κράτος επιλέγει να δίνει έμφαση κυρίως στους υψηλούς τζίρους, στα δημόσια έσοδα και στην -άνευ ουσιαστικών όρων- τουριστική ανάπτυξη, χωρίς αντίστοιχη προσαρμογή στο πραγματικό κόστος διαβίωσης, στη στεγαστική πίεση και στις κοινωνικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι μόνιμοι κάτοικοι, οι εργαζόμενοι και οι μικρές επιχειρήσεις του νησιού.
Μέχρι σήμερα όμως, οι περισσότερες κυβερνητικές παρεμβάσεις μοιάζουν περισσότερο με πρόχειρα μπαλώματα παρά με σοβαρή πολιτική αντιμετώπισης του προβλήματος. Αντί να συζητάμε ουσιαστικά για το στεγαστικό κόστος, την ενεργειακή πίεση, τους μισθούς και τη συνολική βιωσιμότητα των νησιωτικών κοινωνιών, βλέπουμε κυρίως αποσπασματικά μέτρα, προσωρινές επιδοτήσεις και επικοινωνιακή διαχείριση της κρίσης.
Το πρόβλημα όμως δεν εξαφανίζεται. Απλώς μεταφέρεται χρονικά, ενώ η πίεση συνεχίζει να συσσωρεύεται πάνω στους εργαζόμενους, στα νοικοκυριά, στις μικρές επιχειρήσεις και τελικά στην ίδια την τοπική κοινωνία.
Γι’ αυτό απαιτούνται ουσιαστικές κοινωνικές και οικονομικές παρεμβάσεις προσαρμοσμένες στην πραγματικότητα των νησιωτικών περιοχών. Απαιτείται ένα ουσιαστικό αφορολόγητο όριο για χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, δυνατότητα αφαίρεσης μέρους του κόστους στέγασης από το φορολογητέο εισόδημα, ειδικές ελαφρύνσεις για βασικές δαπάνες ενέργειας και ύδρευσης, σοβαρή στεγαστική πολιτική για εργαζόμενους και νέες οικογένειες, αλλά και πραγματική εφαρμογή της ευρωπαϊκής αρχής της νησιωτικότητας στην πράξη και όχι μόνο σε θεωρητικό επίπεδο.
Όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν αίτημα προνομιακής μεταχείρισης εις βάρος της υπόλοιπης Ελλάδας. Αποτελούν προσπάθεια εξισορρόπησης πραγματικών και μετρήσιμων διαφορών στο κόστος ζωής και στις συνθήκες λειτουργίας των νησιωτικών περιοχών.
Γιατί ένας τουριστικός προορισμός δεν μπορεί να θεωρείται πραγματικά επιτυχημένος όταν οι άνθρωποι που τον κρατούν όρθιο δυσκολεύονται ολοένα περισσότερο να συνεχίσουν να ζουν μέσα σε αυτόν.


