Η σημερινή πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα δεν μπορεί να εξηγηθεί απλώς ως αποτέλεσμα ιδεολογικής επικράτησης της Δεξιάς. Αντίθετα, πρόκειται κυρίως για το αποτέλεσμα μιας βαθιάς και διαρκούς αποτυχίας του προοδευτικού χώρου να συγκροτήσει ένα συνεκτικό, αξιόπιστο και κυβερνήσιμο πολιτικό σχέδιο.
Η κοινωνία εξακολουθεί να παράγει αιτήματα που δεν είναι δεξιά. Ζητά καλύτερη δημόσια υγεία, σταθερή εργασία, αξιοπρεπείς μισθούς, πρόσβαση στην κατοικία, θεσμική διαφάνεια και λογοδοσία. Αυτά τα αιτήματα δεν είναι περιθωριακά. Είναι πλειοψηφικά. Ωστόσο, δεν μεταφράζονται σε πολιτική δύναμη. Όχι επειδή δεν υπάρχουν κόμματα που τα εκφράζουν, αλλά επειδή αυτά τα κόμματα αδυνατούν να συνεργαστούν, να συνθέσουν και τελικά να πείσουν ότι μπορούν να κυβερνήσουν.
Εδώ βρίσκεται και ο πυρήνας του προβλήματος. Η ιδεολογική ταυτότητα έχει μετατραπεί από εργαλείο κατανόησης της πραγματικότητας σε μηχανισμό πολιτικής ακινησίας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ ολοκλήρωσε τον ιστορικό του ρόλο ως βασικός φορέας έκφρασης της κοινωνικής αντίδρασης στην περίοδο της κρίσης, χωρίς όμως να καταφέρει να σταθεροποιηθεί ως σύγχρονος φορέας διακυβέρνησης. Οι εσωτερικές του συγκρούσεις, η φθορά από τη διακυβέρνηση και η απώλεια κοινωνικής γείωσης έχουν περιορίσει σημαντικά την επιρροή του. Η σημερινή ηγεσία επιχειρεί μια ανασύνταξη, αλλά το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Σε αυτό το πλαίσιο, η συμβολή σε ένα νέο πολιτικό σχήμα — ακόμη και μέσα από ριζικές οργανωτικές αλλαγές — θα μπορούσε να αποτελέσει πράξη πολιτικής ευθύνης.
Η Νέα Αριστερά επέλεξε τη ρήξη αντί της εσωτερικής δημοκρατικής σύγκρουσης. Η επιλογή αυτή συνέβαλε στον κατακερματισμό του χώρου και ενίσχυσε μια τάση ιδεολογικής αυτονόμησης. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να αγνοηθεί ότι αρκετά από τα στελέχη της ασκούν σοβαρό και τεκμηριωμένο κοινοβουλευτικό έργο, με παρεμβάσεις που στηρίζονται σε επιχειρήματα και όχι σε συνθήματα. Η αντίφαση βρίσκεται ακριβώς εδώ: ανάμεσα σε μια ποιοτική κοινοβουλευτική παρουσία και σε μια πολιτική στρατηγική που περιορίζει τη δυνατότητα ευρύτερων συνεργασιών.
Το ΜέΡΑ25 συμβάλλει με έναν λόγο που συχνά έχει θεωρητική συνοχή και παρουσιάζει εναλλακτικές προσεγγίσεις σε κρίσιμα ζητήματα, ιδιαίτερα στην οικονομία. Ωστόσο, η έντονη προσωποκεντρική του δομή και η διαρκής αντιπαράθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ δυσκολεύουν τη διεύρυνσή του και τη συμμετοχή του σε μια διαδικασία πολιτικής σύνθεσης.
Το ΚΚΕ, με τη σταθερή του άρνηση συνεργασιών, διατηρεί μια συνεκτική ιδεολογική ταυτότητα και έναν σαφή πολιτικό λόγο. Ταυτόχρονα όμως, η επιλογή αυτή το τοποθετεί εκτός οποιασδήποτε προοπτικής συμμετοχής σε κυβερνητικά σχήματα, περιορίζοντας την επιρροή του σε επίπεδο καταγραφής και όχι αλλαγής πολιτικής πραγματικότητας.
Το ΠΑΣΟΚ παραμένει ένας παράγοντας με θεσμική παρουσία και ιστορικό βάρος, αλλά και με έντονη πολιτική αμφισημία. Η συμμετοχή του στην δημιουργία αλλά και την διαχείριση της κρίσης, οπως και οι συνεργασίες του με τη Δεξιά εξακολουθούν να επηρεάζουν την αξιοπιστία του. Παράλληλα, η απουσία σαφούς στρατηγικής για τον ρόλο του σε ένα ενδεχόμενο προοδευτικό σχήμα δημιουργεί την εικόνα ενός κόμματος που διστάζει να επιλέξει κατεύθυνση.
Η Πλεύση Ελευθερίας εμφανίζεται ως ένα αριστερογενές σχήμα, με έντονη έμφαση σε ζητήματα δικαιωμάτων και δημοκρατίας. Ωστόσο, η πολιτική της λειτουργία χαρακτηρίζεται από έντονο προσωποκεντρισμό, αντισυστημική ρητορική και περιορισμένη προγραμματική συνοχή. Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική ταυτότητα που συνδυάζει αριστερό λόγο με πρακτικές που συναντώνται συχνά σε μορφές λαϊκής δεξιάς, ενισχύοντας τελικά την ασάφεια και τον κατακερματισμό.
Ταυτόχρονα, οι πρόσφατες τοποθετήσεις βασικών πολιτικών προσώπων δείχνουν ότι το αίτημα της σύνθεσης δεν είναι θεωρητικό. Ο Σωκράτης Φάμελλος θέτει πλέον ανοιχτά ως κεντρική στρατηγική την ενότητα των προοδευτικών δυνάμεων. Ο Αλέξης Χαρίτσης, μέσα από τη δημόσια πολιτική του στάση, ανέδειξε με σαφήνεια το πραγματικό δίλημμα ανάμεσα στην ιδεολογική αυτάρκεια και στις πολιτικές συγκλίσεις. Και ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται εκ νέου ως πιθανός καταλύτης μιας ευρύτερης ανασύνθεσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται εύλογα ως ο φυσικός ηγέτης ενός τέτοιου εγχειρήματος, καθώς παραμένει το πιο αναγνωρίσιμο και πολιτικά έμπειρο πρόσωπο του χώρου. Ωστόσο, το πολιτικό του παρελθόν παραμένει φορτισμένο και εξακολουθεί να λειτουργεί διχαστικά για ένα τμήμα της κοινωνίας. Αυτό δεν αναιρεί τον ρόλο του, αλλά θέτει ένα πραγματικό πολιτικό ζήτημα: είτε θα απαιτηθεί μια ουσιαστική επανατοποθέτησή του — ένα είδος πολιτικού rebranding με σαφές νέο αφήγημα — είτε η επιλογή ενός νέου, καθαρά προοδευτικού προσώπου στην κορυφή, που θα μπορεί να εκφράσει ευρύτερα κοινωνικά ακροατήρια χωρίς τα βάρη του παρελθόντος. Σε κάθε περίπτωση, το ζητούμενο δεν είναι το πρόσωπο καθαυτό, αλλά η δυνατότητα να συγκροτηθεί μια πειστική πρόταση εξουσίας.
Σε αυτό το περιβάλλον, η κινηματική δυναμική που αναδύθηκε μετά την τραγωδία στα Τέμπη ανέδειξε κάτι βαθύτερο από μια απλή κοινωνική αντίδραση. Ανέδειξε ένα αίτημα δικαιοσύνης που υπερβαίνει τα κομματικά όρια και αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας. Οι μαζικές κινητοποιήσεις και η επιμονή για λογοδοσία επανέφεραν στο προσκήνιο την ανάγκη θεσμικής αξιοπιστίας. Η δικαιοσύνη, σε αυτό το πλαίσιο, μπορεί να αποτελέσει σημείο εκκίνησης για μια νέα πολιτική αφήγηση.
Ωστόσο, το ίδιο αυτό αίτημα δεν είναι πολιτικά ουδέτερο ως προς την κατεύθυνσή του. Η δημόσια παρουσία της Μαρίας Καρυστιανού ανέδειξε έναν λόγο που δεν εντάσσεται εύκολα σε παραδοσιακές ιδεολογικές κατηγορίες, αλλά συγκροτεί ακροατήρια από διαφορετικά κοινωνικά και πολιτικά στρώματα. Όταν η έννοια της δικαιοσύνης αποσυνδέεται από ένα σαφές πλαίσιο δικαιωμάτων και θεσμικών εγγυήσεων, υπάρχει ο κίνδυνος να μετατραπεί σε πεδίο πολιτικής μετατόπισης προς πιο τιμωρητικές ή απλουστευτικές αντιλήψεις. Έτσι, ένα δίκαιο κοινωνικό αίτημα μπορεί να αποκτήσει κατεύθυνση που δεν είναι εξ ορισμού προοδευτική.
Το κεντρικό πρόβλημα, τελικά, δεν είναι η ύπαρξη διαφωνιών. Είναι η αδυναμία μετατροπής τους σε σύνθεση.
Στον σημερινό προοδευτικό χώρο, η έννοια της ιδεολογικής καθαρότητας έχει αποκτήσει δυσανάλογη βαρύτητα. Όμως η πολιτική δεν είναι χώρος επιβεβαίωσης ταυτοτήτων. Είναι πεδίο άσκησης εξουσίας με στόχο την αλλαγή της πραγματικότητας. Και χωρίς συνεργασίες, αυτή η δυνατότητα απλώς δεν υπάρχει.
Η άρνηση συνεργασιών δεν είναι ουδέτερη στάση. Παράγει συγκεκριμένο αποτέλεσμα: αφήνει τη Δεξιά να κυβερνά χωρίς ουσιαστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας.
Η υπέρβαση αυτού του αδιεξόδου δεν μπορεί να προκύψει από μικρές διορθώσεις. Απαιτεί πολιτικό θάρρος, ειλικρίνεια και μια συνειδητή μετατόπιση από τη λογική της αυτάρκειας στη λογική της σύνθεσης.
Γιατί τελικά, η πραγματικότητα είναι απλή:
χωρίς συνεργασία δεν υπάρχει εξουσία
και χωρίς εξουσία δεν υπάρχει πολιτική αλλαγή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου