Το νέο εγχείρημα του Τσίπρα πρέπει να ιδωθεί με κριτική σκέψη αλλά και με καλή πίστη. Ούτε με άκριτη αποθέωση ούτε με το αντανακλαστικό μίσος που κυριάρχησε για χρόνια στον δημόσιο διάλογο.
Το 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ δεν παρέλαβε μια κανονική χώρα. Παρέλαβε μια οικονομία αποδιαρθρωμένη, μια κοινωνία εξαντλημένη και ένα πολιτικό σύστημα πλήρως απαξιωμένο από τις πολιτικές που είχαν προηγηθεί. Το χρέος, η ανεργία, η κατάρρευση εισοδημάτων και η μαζική φυγή νέων ανθρώπων δεν δημιουργήθηκαν από τον Τσίπρα. Ήταν αποτέλεσμα δεκαετιών κακοδιαχείρισης, πελατειακού κράτους, δανειακής εξάρτησης και μιας βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής που είχε ήδη διαλύσει μεγάλο μέρος της κοινωνικής συνοχής.
Η κοινωνία που έφερε στην εξουσία τον Γιώργο Παπανδρέου το 2009 δεν είναι η ίδια κοινωνία με αυτή που ζούμε σήμερα. Τότε μεγάλο μέρος της χώρας δεν είχε ακόμη συνειδητοποιήσει το πραγματικό μέγεθος της οικονομικής κατάρρευσης που είχε ήδη συντελεστεί. Η ελληνική κοινωνία ξύπνησε απότομα ανακαλύπτοντας ότι το προηγούμενο πολιτικό μοντέλο είχε οδηγήσει τη χώρα στη χρεοκοπία.
Ο Γιώργος Παπανδρέου βρέθηκε να διαχειρίζεται την κατάρρευση ενός οικονομικού μοντέλου που είχε ήδη εξαντληθεί.
Κατά τη γνώμη μου, το ίδιο πολιτικό σύστημα που τον έφερε στην εξουσία τον αποστασιοποίησε γρήγορα όταν επιχείρησε να διαχειριστεί την κρίση με τρόπο που συγκρούστηκε με βαθιά ριζωμένες πολιτικές ισορροπίες στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ.
Ο Αλέξης Τσίπρας βρέθηκε λίγα χρόνια αργότερα να διαχειρίζεται τις κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες αυτής της κατάρρευσης μέσα σε ένα εξαιρετικά ασφυκτικό ευρωπαϊκό περιβάλλον και με πολιτικές συμμαχίες που προέκυψαν περισσότερο από την ανάγκη της συγκυρίας παρά από πραγματική ιδεολογική συνάφεια.
Ίσως εκεί βρίσκεται και μια από τις μεγαλύτερες ιστορικές ειρωνείες της μεταπολίτευσης. Και οι δύο κατηγορήθηκαν σφοδρά για λανθασμένες ή επώδυνες επιλογές, ενώ στην πραγματικότητα κλήθηκαν να διαχειριστούν καταστάσεις που είχαν ήδη ξεπεράσει τα όρια της κανονικής πολιτικής διαχείρισης. Η ελληνική κοινωνία συχνά προσωποποιεί τις κρίσεις και αναζητά ενόχους σε πρόσωπα αντί να εξετάζει βαθύτερες δομικές παθογένειες δεκαετιών.
Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Τσίπρας δεν έκαναν λάθη. Υπήρξε υπερβολική πίστη ότι η πολιτική βούληση αρκεί απέναντι στους πραγματικούς οικονομικούς και γεωπολιτικούς συσχετισμούς ισχύος. Υπήρξαν αυταπάτες γύρω από τη στάση της Ευρώπης και ιδιαίτερα του γερμανικού πυρήνα εκείνης της περιόδου. Η ελληνική πλευρά πίστεψε ότι μπορούσε να αλλάξει μονομερώς έναν ολόκληρο ευρωπαϊκό οικονομικό σχεδιασμό χωρίς επαρκείς συμμαχίες και χωρίς πραγματικό σχέδιο ρήξης.
Το δημοψήφισμα του 2015 υπήρξε ταυτόχρονα μια ιστορική στιγμή δημοκρατικής έκφρασης αλλά και η κορύφωση μιας βαθιάς στρατηγικής αντίφασης. Το 61,31% του ελληνικού λαού ψήφισε «Όχι» μέσα σε συνθήκες πρωτοφανούς πίεσης και φόβου. Όμως η κυβέρνηση δεν είχε ούτε επεξεργασμένο σχέδιο εξόδου ούτε τις διεθνείς συμμαχίες που θα επέτρεπαν πραγματική σύγκρουση με την Ευρωζώνη.
Έτσι το πολιτικό κεφάλαιο εκείνης της στιγμής κατέληξε τελικά σε έναν επώδυνο συμβιβασμό. Έναν συμβιβασμό που είχε τεράστιο πολιτικό και ιδεολογικό κόστος για τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ο οποίος συνέβαλε τελικά στη σταθεροποίηση της οικονομίας, στην παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη και στη δημιουργία συνθηκών που επέτρεψαν λίγα χρόνια αργότερα την έξοδο από τα μνημόνια και την επιστροφή μιας σχετικής οικονομικής κανονικότητας.
Η Ελλάδα παρέμεινε στην Ευρώπη σε μια περίοδο όπου αρκετοί θεωρούσαν πιθανή ακόμη και μια άτακτη έξοδο από το ευρώ.
Αυτό δεν αναιρεί τις αυταπάτες, τα λάθη και τις αντιφάσεις εκείνης της περιόδου. Αποτελεί όμως μέρος μιας ιστορικής αποτίμησης που οφείλει να γίνεται με ψυχραιμία και όχι με συνθήματα.
Όσοι γνωρίζουμε από κοντά τις παθογένειες, τις γραφειοκρατίες και τις εσωτερικές αντιφάσεις του ΣΥΡΙΖΑ, ξέρουμε επίσης ότι το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ μόνο ο Τσίπρας. Ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής αριστεράς βρέθηκε ξαφνικά από την πολιτική διαμαρτυρία στη διακυβέρνηση χωρίς επαρκή διοικητική εμπειρία, χωρίς τεχνοκρατική προετοιμασία και συχνά με μια σχεδόν φοβική σχέση απέναντι στην ίδια την έννοια της κρατικής λειτουργίας που καλούνταν να διαχειριστεί.
Ταυτόχρονα υπήρχε συχνά μια ιδεολογική δυσκαμψία απέναντι στις επενδύσεις, την επιχειρηματικότητα και γενικότερα στην ανάγκη παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας. Σε αρκετές περιπτώσεις η επιχειρηματική δραστηριότητα αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως πεδίο καχυποψίας παρά ως αναγκαίο εργαλείο ανάπτυξης, δημιουργίας θέσεων εργασίας και οικονομικής σταθερότητας.
Η εμπειρία της κρίσης απέδειξε ότι ακόμη και οι πιο κοινωνικά προσανατολισμένες κυβερνήσεις δεν μπορούν να επιβιώσουν πολιτικά χωρίς επενδύσεις, παραγωγική ανάπτυξη και μια λειτουργική οικονομία.
Καμία προοδευτική κυβέρνηση δεν μπορεί να στηρίξει ισχυρό κοινωνικό κράτος χωρίς βιώσιμη επιχειρηματική δραστηριότητα και παραγωγή πλούτου. Η αναδιανομή προϋποθέτει πρώτα την ύπαρξη πλούτου.
Τα παραπάνω τα γράφω και ως πρώην ενεργό μέλος του ΣΥΡΙΖΑ, σε μια περίοδο έντονων και συχνά ακραίων εσωκομματικών αντιπαραθέσεων. Δεν έχω πρόθεση να ωραιοποιήσω καταστάσεις ούτε να υποστηρίξω ότι όλα έγιναν σωστά — γιατί απλούστατα δεν έγιναν.
Υπήρξαν σοβαρά λάθη, πολιτικές αυταπάτες, οργανωτικές παθογένειες και πολλές στιγμές όπου ο κομματικός μηχανισμός έδειξε να αδυνατεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της ιστορικής συγκυρίας. Όποιος έζησε εκείνη την περίοδο από μέσα δύσκολα μπορεί να το αρνηθεί αυτό με ειλικρίνεια.
Ακριβώς όμως γι’ αυτό θεωρώ ότι η συζήτηση σήμερα πρέπει να γίνει με περισσότερη πολιτική ωριμότητα και λιγότερο φανατισμό. Όχι για να διαγραφεί το παρελθόν, αλλά για να κατανοηθούν τα όριά του και να εξαχθούν ουσιαστικά συμπεράσματα για το μέλλον.
Η εμπειρία εκείνης της περιόδου άλλαξε όμως και την ίδια την κοινωνία. Η Ελλάδα του 2026 είναι πολύ πιο κουρασμένη αλλά και πολύ πιο υποψιασμένη από την Ελλάδα του 2009 ή του 2015. Ανακάλυψε ότι η διακυβέρνηση μιας χώρας μέσα σε συνθήκες παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, ευρωπαϊκών δεσμεύσεων και γεωπολιτικών πιέσεων είναι πολύ πιο σύνθετη από τα συνθήματα της αντιπολίτευσης.
Ανακάλυψε επίσης ότι οι καλές προθέσεις από μόνες τους δεν αρκούν. Χρειάζονται σχέδιο, επιμονή, θεσμική επάρκεια και στρατηγικός στόχος.
Κι όμως, παρά τις αποτυχίες και τις αντιφάσεις, υπάρχει κάτι που αρκετοί — ακόμη και πολιτικοί αντίπαλοι — αναγνωρίζουν σήμερα: ο Τσίπρας δεν ταυτίστηκε με προσωπικό πλουτισμό ούτε με μεγάλα σκάνδαλα διαφθοράς. Η αποτυχία του υπήρξε περισσότερο αποτυχία προσδοκιών, αυταπατών και ιστορικών περιορισμών παρά ηθικού εκφυλισμού.
Η σταδιακή αποστασιοποίησή του από τον ΣΥΡΙΖΑ ήρθε μετά τις γνωστές εσωτερικές συγκρούσεις, τη φθορά του κομματικού μηχανισμού και τη βαθιά κρίση ταυτότητας που ακολούθησε τις εκλογικές ήττες. Ήταν πλέον εμφανές ότι ένα μεγάλο μέρος του χώρου αδυνατούσε να εκφράσει μια συνεκτική και πειστική προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα της σημερινής συγκυρίας.
Δεν πιστεύω ότι ο Αλέξης Τσίπρας αποτελεί κάποιον «σωτήρα» της χώρας ούτε ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί με όρους πολιτικής μεσσιανικότητας. Η πολιτική του πορεία περιλαμβάνει λάθη, αντιφάσεις και επιλογές που δικαίως εξακολουθούν να κρίνονται αυστηρά.
Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ πως ενδεχομένως μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά στη δημιουργία ενός ευρύτερου προοδευτικού μετώπου, ικανού να εκφράσει ξανά μια σοβαρή εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Και ίσως αυτό να είναι σήμερα το σημαντικότερο. Όχι η αναβίωση παλιών κομματικών μηχανισμών ούτε η προσωποκεντρική πολιτική, αλλά η δυνατότητα συνεννόησης προοδευτικών δυνάμεων που για χρόνια αναλώθηκαν περισσότερο σε εσωτερικές συγκρούσεις και αλληλοκατηγορίες παρά στη διαμόρφωση κοινού πολιτικού οράματος.
Η στάση σημαντικού μέρους της Νέας Αριστεράς δείχνει πως αρχίζουν ξανά να διαμορφώνονται προϋποθέσεις διαλόγου και πιθανών συγκλίσεων στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο. Αντίστοιχα, η αδυναμία άλλων κομμάτων της κεντροαριστεράς να ξεπεράσουν παλιές αντιπαραθέσεις και ιστορικές καχυποψίες δεν φαίνεται να προσφέρει ουσιαστική πολιτική προοπτική σε μια κοινωνία που έχει κουραστεί από τη διαρκή πολυδιάσπαση.
Γιατί τελικά η απουσία μιας σοβαρής εναλλακτικής πρότασης δεν μπορεί να λειτουργεί ως μόνιμη πολιτική νομιμοποίηση για την κυβερνητική αλαζονεία ούτε για μια πολιτική πραγματικότητα που συνοδεύεται από σοβαρά ζητήματα θεσμικής φθοράς, ελέγχου της εξουσίας και σκιές σκανδάλων.
Η σημερινή κοινωνική πραγματικότητα είναι διαφορετική από εκείνη της πρώτης μνημονιακής περιόδου, αλλά όχι απαραίτητα λιγότερο πιεστική. Η ακρίβεια, το κόστος στέγασης, η ενεργειακή επιβάρυνση και κυρίως η κατάσταση στη δημόσια υγεία δημιουργούν μια διαρκή αίσθηση ανασφάλειας σε μεγάλο μέρος των νοικοκυριών.
Για χιλιάδες πολίτες, η καθημερινότητα δεν καθορίζεται πλέον μόνο από τον φόβο της χρεοκοπίας αλλά από τη συνεχή δυσκολία να ζήσουν με αξιοπρέπεια.
Η οικονομική «σταθερότητα» χάνει μεγάλο μέρος της αξίας της όταν οι πολίτες βλέπουν την καθημερινότητά τους να γίνεται ολοένα δυσκολότερη, ενώ η ανάπτυξη μοιάζει συχνά να αφορά περισσότερο αριθμούς και δείκτες παρά την ίδια την κοινωνία.
Η κοινωνική πολιτική και η ανταποδοτικότητα των φόρων πρέπει να αποτελούν κεντρικό ζητούμενο για κάθε σοβαρή προοδευτική διακυβέρνηση.
Οι πολίτες δεν αντιδρούν απλώς επειδή φορολογούνται. Αντιδρούν όταν αισθάνονται ότι οι φόροι δεν επιστρέφουν στην κοινωνία μέσα από ποιοτική δημόσια υγεία, παιδεία, υποδομές, δικαιοσύνη και πραγματικές ευκαιρίες κοινωνικής κινητικότητας.
Το ζητούμενο για μια σύγχρονη προοδευτική πολιτική δεν είναι ούτε ο δογματικός κρατισμός ούτε η ανεξέλεγκτη αγορά. Είναι η κοινωνική ανταποδοτικότητα της ανάπτυξης και των φόρων.
Ίσως εκεί βρίσκεται και μία από τις μεγαλύτερες διαχρονικές αποτυχίες του ελληνικού κράτους: όχι μόνο στο ύψος της φορολογίας, αλλά στην αδυναμία του να πείσει ότι οι θυσίες της κοινωνίας μετατρέπονται πραγματικά σε συλλογικό όφελος.
Μια δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργεί με τη λογική «δεν υπάρχει άλλος». Η πολιτική κυριαρχία χωρίς ουσιαστικό έλεγχο οδηγεί σχεδόν πάντα σε αίσθηση ατιμωρησίας και τελικά σε φθορά των ίδιων των θεσμών.
Αυτή είναι και η ουσία της δικής μου θέσης. Χωρίς μια σοβαρή, ενωμένη και πολιτικά ώριμη προοδευτική παράταξη, δύσκολα μπορεί να υπάρξει πραγματική πολιτική αλλαγή στη χώρα. Η κοινωνική δυσαρέσκεια από μόνη της δεν αρκεί.
Η φθορά της κυβέρνησης επίσης δεν αρκεί. Χρειάζεται αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Η Ελλάδα του 2026 δεν είναι η Ελλάδα των εύκολων βεβαιοτήτων του 2009 ούτε των αυταπατών του 2015. Είναι μια κοινωνία πιο κουρασμένη, πιο δύσπιστη αλλά και πιο ώριμη πολιτικά.
Και ίσως γι’ αυτό σήμερα το πραγματικό ζητούμενο να μην είναι η αναζήτηση νέων «σωτήρων», αλλά η δυνατότητα σοβαρής συνεννόησης, θεσμικής αξιοπιστίας και μιας προοδευτικής πρότασης που να μπορεί πραγματικά να κυβερνήσει.
Χωρίς μεσσίες και αυταπάτες. Με συνεργασία, συνέπεια και όραμα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου