Πριν από όλα, μια αναγκαία διευκρίνιση. Η κριτική στην πολιτική της σημερινής ισραηλινής κυβέρνησης, στην ισραηλινή Ακροδεξιά και στη στρατηγική που ακυρώνει στην πράξη τη λύση των δύο κρατών δεν είναι κριτική εναντίον του ισραηλινού λαού. Ούτε αμφισβητεί τη νόμιμη και διεθνώς αναγνωρισμένη υπόσταση του κράτους του Ισραήλ. Αντίθετα, ακριβώς επειδή αναγνωρίζουμε ότι το Ισραήλ υπάρχει, έχει πολίτες, έχει ασφάλεια να προστατεύσει και έχει δικαίωμα να ζει χωρίς τρομοκρατικές απειλές, μπορούμε και πρέπει να συζητήσουμε σοβαρά πού τελειώνει η άμυνα και πού αρχίζει η μονιμοποίηση μιας άδικης και μη βιώσιμης πολιτικής συνθήκης που φέρνει σε διαρκή σύγκρουση την περιοχή εδώ και δεκαετίες.
Α. Ο στολίσκος, η δράση και οι αντιδράσεις
Η συζήτηση για τη Global Sumud Flotilla δεν χρειάζεται ούτε αγιογραφίες ούτε κραυγές μίσους. Μπορεί κανείς να θεωρεί τον στολίσκο υπερβολικά συμβολικό, πολιτικά αφελή, επικοινωνιακά στημένο ή ακόμη και προβληματικό, χωρίς να εύχεται σε ανθρώπους να πνιγούν, να κακοποιηθούν ή να εξαφανιστούν σε φυλακές. Αυτό το πέρασμα από την κριτική στην απανθρωπιά είναι από μόνο του ένα σύμπτωμα της εποχής.
Ναι, φυσικά και ο στολίσκος είναι πρωτίστως πολιτική πράξη. Δεν είναι ο βασικός μηχανισμός τροφοδοσίας της Γάζας. Δεν πρόκειται να λύσει το ανθρωπιστικό πρόβλημα με μερικά σκάφη και λίγους τόνους βοήθειας. Ο στόχος του είναι κυρίως συμβολικός. Να αμφισβητήσει τον αποκλεισμό, να προκαλέσει πολιτική πίεση, να φέρει ξανά την εικόνα της Γάζας στη διεθνή δημοσιότητα.
Αυτό μπορεί να το κρίνει κανείς όπως θέλει. Μπορεί να το θεωρεί γενναίο. Μπορεί να το θεωρεί αφελές. Μπορεί να το θεωρεί επικοινωνιακή προβοκάτσια. Αλλά από εκεί μέχρι το να υιοθετούμε άκριτα ολόκληρη την κρατική αφήγηση του Ισραήλ υπάρχει μεγάλη απόσταση.
Β. Η εμπλοκή της Ελλάδας
Σε αυτή την υπόθεση υπάρχει και μια ελληνική διάσταση που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη. Με τα μέχρι τώρα στοιχεία, δεν προκύπτει ότι η ελληνική κυβέρνηση συμμετείχε επιχειρησιακά στην ίδια την αναχαίτιση του στολίσκου. Προκύπτει όμως, από ισραηλινές αναφορές, ότι η μεταφορά και αποβίβαση των ακτιβιστών στην Κρήτη έγινε σε συντονισμό με την ελληνική πλευρά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα οργάνωσε ή ενέκρινε την αναχαίτιση. Σημαίνει όμως ότι ενεπλάκη στη διαχείριση του αποτελέσματός της. Και εδώ υπάρχει πολιτικό ζήτημα.
Άλλο είναι μια χώρα να προσφέρει ανθρωπιστική υποδοχή σε ανθρώπους που βρίσκονται σε ανάγκη, και άλλο να εμφανίζεται, έστω και εκ των υστέρων, ως μέρος της διαχείρισης μιας αμφιλεγόμενης ισραηλινής επιχείρησης σε διεθνή ύδατα. Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει ποιος ήταν ακριβώς ο ρόλος της, πότε ενημερώθηκε, τι συμφωνήθηκε με την ισραηλινή πλευρά και με ποια πολιτική ή νομική βάση έγινε η μεταφορά στην Κρήτη.
Γ. Ο αποκλεισμός, η Αίγυπτος, η Χαμάς και ο ΟΗΕ
Το Ισραήλ έχει πραγματικά ζητήματα ασφαλείας. Η Χαμάς και οι σύμμαχοί της δεν αποτελούν φανταστικό κίνδυνο. Πρόκειται για ένοπλους, αυταρχικούς και επικίνδυνους παράγοντες, με βαριά ευθύνη και απέναντι στους Ισραηλινούς πολίτες και απέναντι στους ίδιους τους Παλαιστινίους. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να μιλά για τη Γάζα σαν να μην υπάρχει αυτό το δεδομένο.
Πρέπει επίσης να ειπωθεί καθαρά ότι η Γάζα δεν ήταν απλώς ένας αποκλεισμένος τόπος. Ήταν και ένας τόπος εσωτερικά ελεγχόμενος από ένα αυταρχικό καθεστώς της Χαμάς, μια ιδιότυπη «δικτατορία» που δεν επέτρεψε κανονική δημοκρατική πολιτική ζωή, δεν ανέχθηκε πραγματικό πλουραλισμό και χρησιμοποίησε τον παλαιστινιακό πληθυσμό και ως κοινωνική βάση και ως εργαλείο επιβίωσης της δικής της εξουσίας. Αυτό δεν μειώνει την ευθύνη του αποκλεισμού. Αλλά εξηγεί γιατί το παλαιστινιακό δράμα δεν μπορεί να διαβαστεί με απλοϊκούς όρους καλών και κακών.
Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να ειπωθεί εξίσου καθαρά ότι το Ισραήλ έχει δείξει αξιοσημείωτη αποφασιστικότητα στην τήρηση του αποκλεισμού, σε βαθμό που αυτή η πολιτική δημιουργεί διαρκείς εντάσεις με διεθνείς οργανισμούς, ανθρωπιστικές αποστολές και κυβερνήσεις. Η αποφασιστικότητα αυτή δεν μπορεί να ιδωθεί έξω από το ζήτημα της ασφάλειας. Δεν μπορεί, όμως, και να λειτουργεί ως γενική απάντηση σε κάθε ανθρωπιστική ένσταση.
Μιλάμε για μια περιοχή που, από το 2007, ζει υπό καθεστώς αποκλεισμού, με εξαιρετικά περιορισμένη δυνατότητα μετακίνησης ανθρώπων και αγαθών. Και εδώ πρέπει να είμαστε ακριβείς. Η Γάζα δεν είναι αποκλεισμένη μόνο από το Ισραήλ. Η Αίγυπτος, ελέγχοντας το πέρασμα της Ράφα, έχει επίσης συμβάλει καθοριστικά στον περιορισμό της μετακίνησης, ιδίως σε περιόδους παρατεταμένου κλεισίματος του περάσματος.
Αυτό δεν εξισώνει τους ρόλους. Το Ισραήλ έχει τον κυρίαρχο έλεγχο του αποκλεισμού, της θάλασσας, του εναέριου χώρου και των βασικών εμπορικών ροών. Η Αίγυπτος όμως αποτελεί μέρος της ίδιας πραγματικότητας απομόνωσης. Για τους κατοίκους της Γάζας, το αποτέλεσμα είναι ότι η έξοδος και η είσοδος δεν λειτουργούν ως κανονικότητα, αλλά ως εξαίρεση υπό εξωτερικό έλεγχο.
Ο αποκλεισμός της Γάζας έχει επανειλημμένα καταδικαστεί από όργανα, εισηγητές και ανθρωπιστικούς μηχανισμούς του ΟΗΕ ως πολιτική που οδηγεί σε συλλογική τιμωρία και πρέπει να αρθεί. Ταυτόχρονα, υπάρχει και η αντίθετη νομική ερμηνεία, όπως η έκθεση Palmer του 2011, που θεώρησε ειδικά τον ναυτικό αποκλεισμό νόμιμο μέτρο ασφαλείας. Συνεπώς, το ζήτημα δεν είναι νομικά αδιάφορο ούτε μονοσήμαντο.
Είναι όμως βέβαιο ότι ο ΟΗΕ, ως ανθρωπιστικό και πολιτικό σύστημα, έχει επανειλημμένα ζητήσει την άρση ή την ουσιαστική χαλάρωση του αποκλεισμού, ιδίως λόγω των συνεπειών του στον άμαχο πληθυσμό.
Όταν ο έλεγχος των φορτίων, οι καθυστερήσεις, οι απορρίψεις υλικών και οι παρεμβάσεις σε διεθνείς αποστολές επηρεάζουν την πρόσβαση ενός πληθυσμού σε τρόφιμα, φάρμακα, καύσιμα και βασικές υποδομές, τότε το θέμα παύει να είναι μόνο ζήτημα ασφαλείας. Μετατρέπεται σε διεθνές πολιτικό και ανθρωπιστικό πρόβλημα.
Δ. Η ευρύτερη εικόνα
Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Η Γάζα δεν είναι ένα μεμονωμένο επεισόδιο. Είναι το πιο ορατό και πιο τραγικό σημείο μιας πολύ ευρύτερης σύγκρουσης, όπου η ασφάλεια, η κατοχή, η ανθρωπιστική κρίση, οι περιφερειακές ισορροπίες και η διεθνής διπλωματία μπλέκονται σε έναν κόμπο που κανείς δεν θέλει πραγματικά να λύσει.
Η έκταση των απωλειών μεταξύ αμάχων στη Γάζα έχει προκαλέσει σοβαρό προβληματισμό στη διεθνή κοινότητα. Ακόμη και όταν δεχόμαστε ότι το Ισραήλ έχει δικαίωμα στην άμυνα, δεν μπορούμε να αγνοούμε το ερώτημα της αναλογικότητας. Η ασφάλεια ενός κράτους δεν μπορεί να σημαίνει ασφυξία ενός ολόκληρου πληθυσμού. Ούτε μπορεί κάθε κριτική στην ισραηλινή πολιτική να βαφτίζεται αυτομάτως αντισημιτισμός ή υποστήριξη της Χαμάς.
Το πραγματικό πρόβλημα, λοιπόν, είναι βαθύτερο από έναν στολίσκο. Είναι ότι η σημερινή ισραηλινή πολιτική φαίνεται να έχει περάσει από την προσωρινή διαχείριση του παλαιστινιακού ζητήματος στη μόνιμη ακύρωση της λύσης των δύο κρατών. Ο αποκλεισμός της Γάζας, η επέκταση των εποικισμών στη Δυτική Όχθη, η de facto προσάρτηση εδαφών και η συστηματική αποδυνάμωση κάθε παλαιστινιακής πολιτικής εκπροσώπησης δεν είναι αποσπασματικά μέτρα. Συνθέτουν μια πραγματικότητα μέσα στην οποία ένα κυρίαρχο, βιώσιμο παλαιστινιακό κράτος γίνεται όλο και λιγότερο πιθανό.
Ε. Το Όσλο, η ισραηλινή Ακροδεξιά και το τέλος της λύσης των δύο κρατών
Αυτό δεν ξεκίνησε σήμερα. Η μεγάλη ιστορική τομή ήταν η Συμφωνία του Όσλο. Με όλες τις αδυναμίες, τις ασάφειες και τις αντιφάσεις της, ήταν η τελευταία μεγάλη προσπάθεια να ανοίξει ένας δρόμος προς τη λύση των δύο κρατών. Η ΟΑΠ, υπό τον Αραφάτ και με κεντρικό πολιτικό κορμό τη Φατάχ, επένδυσε σε αυτή τη διαδικασία, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ και αποδεχόμενη έναν δύσκολο, σταδιακό και αβέβαιο δρόμο προς παλαιστινιακή κρατική υπόσταση.
Αντίθετα, από την ισραηλινή πλευρά, η συμφωνία αντιμετωπίστηκε από τη Δεξιά και την Ακροδεξιά όχι ως δύσκολος συμβιβασμός, αλλά ως εθνική υποχώρηση. Η δολοφονία του Γιτζάκ Ράμπιν από Ισραηλινό ακροδεξιό το 1995 δεν ήταν απλώς μια τραγωδία. Ήταν ιστορικό σημείο καμπής. Από εκεί και μετά, η προοπτική του Όσλο άρχισε να χάνει το πολιτικό της κέντρο μέσα στο ίδιο το Ισραήλ, ενώ οι δυνάμεις που δεν ήθελαν ποτέ πραγματικά ένα παλαιστινιακό κράτος άρχισαν να κερδίζουν όλο και περισσότερο χώρο.
Δεν μπορούμε λοιπόν να αγνοήσουμε τον ρόλο της ισραηλινής Ακροδεξιάς. Η σημερινή κυβέρνηση του Ισραήλ δεν κινείται μόνο από το τραύμα της 7ης Οκτωβρίου ή από πραγματικές ανάγκες ασφαλείας. Κινείται και υπό την πίεση δυνάμεων που δεν θέλουν καμία λύση δύο κρατών, που βλέπουν τη Δυτική Όχθη ως χώρο μόνιμης ισραηλινής κυριαρχίας και που αντιμετωπίζουν την παλαιστινιακή πολιτική υπόσταση ως απειλή που πρέπει να ακυρωθεί.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Likud, το κόμμα του Νετανιάχου, έχει στραφεί πλέον ξεκάθαρα ενάντια σε κάθε ουσιαστική προοπτική δύο κρατών. Η επίσημη ρητορική μπορεί να μεταβάλλεται ανάλογα με τις διεθνείς πιέσεις, αλλά η πολιτική πρακτική, οι εποικισμοί, ο κατακερματισμός της Δυτικής Όχθης και η άρνηση πραγματικής παλαιστινιακής κυριαρχίας δείχνουν μια σαφή κατεύθυνση.
Δεν μιλάμε πια απλώς για σκληρή διαπραγματευτική στάση. Μιλάμε για μια πολιτική που διαμορφώνει επί του εδάφους τις συνθήκες ώστε το δεύτερο κράτος να μην μπορεί να υπάρξει.
ΣΤ. Πραγματική απειλή για το Ισραήλ ή ευρύτερη συνθήκη για την εδραίωση ενός μόνιμου καθεστώτος;
Στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να δούμε και την εμπλοκή των ΗΠΑ στην αντιπαράθεση με το Ιράν, τον ευρύτερο περιφερειακό αντίπαλο του Ισραήλ, αλλά και τη στροφή της προσοχής προς τον Λίβανο και τη Χεζμπολάχ. Η αντιπαράθεση με την Τεχεράνη, οι εντάσεις και οι συγκρούσεις στον Λίβανο και η απειλή της Χεζμπολάχ δημιουργούν ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους παρουσιάζεται διαρκώς ως κάτι που «δεν μπορεί να γίνει τώρα».
Η προσοχή μεταφέρεται από τη Γάζα στο Ιράν, από το Ιράν στον Λίβανο, από τον Λίβανο στη Χεζμπολάχ. Έτσι, το παλαιστινιακό ζήτημα παύει να εμφανίζεται ως αίτημα δικαιοσύνης, κυριαρχίας και κρατικής υπόστασης, και παρουσιάζεται όλο και περισσότερο ως ένα ακόμη επεισόδιο ενός ευρύτερου πολέμου ασφαλείας.
Πάντα υπάρχει ένα νέο μέτωπο, ένας νέος κίνδυνος, μια νέα έκτακτη συνθήκη. Και μέσα σε αυτή τη διαρκή εξαίρεση, η λύση των δύο κρατών δεν απορρίπτεται απλώς. Αδειάζει από περιεχόμενο.
Η Χαμάς είναι πραγματική απειλή. Η Χεζμπολάχ είναι πραγματική απειλή. Το Ιράν είναι πραγματικός γεωπολιτικός αντίπαλος του Ισραήλ. Το πρόβλημα αρχίζει όταν οι πραγματικές απειλές μετατρέπονται σε μόνιμη πολιτική συνθήκη, μέσα στην οποία κάθε συζήτηση για παλαιστινιακή κυριαρχία, διεθνή αναγνώριση και πολιτική λύση αναβάλλεται επ’ αόριστον.
Που καταλήγουμε;
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ακτιβιστής έχει δίκιο. Δεν σημαίνει ότι κάθε στολίσκος είναι αθώος, σοφός ή αποτελεσματικός. Δεν σημαίνει ότι πρέπει να κλείνουμε τα μάτια στον ρόλο της Χαμάς ή στις σκοτεινές διασυνδέσεις που μπορεί να υπάρχουν γύρω από τέτοιες πρωτοβουλίες. Και στα παιχνίδια εξουσίας ο συμβολισμός είναι ισχυρός εκατέρωθεν.
Σημαίνει, όμως, ότι δεν μπορούμε να συζητάμε για τη Γάζα μόνο με όρους ασφαλείας. Δεν μπορούμε να μιλάμε για ανθρωπιστική κρίση σαν να είναι επικοινωνιακό τέχνασμα. Δεν μπορούμε να κάνουμε πως ο αποκλεισμός, οι απώλειες αμάχων, η αυταρχική εξουσία της Χαμάς και η σταδιακή διάλυση της προοπτικής δύο κρατών είναι δευτερεύουσες λεπτομέρειες.
Η κριτική στον ακτιβισμό είναι θεμιτή, όπως οφείλει να είναι σε κάθε δημοκρατία. Πρέπει όμως να αναγνωρίζει και τις αναγκαιότητες που δημιούργησαν τη δράση. Κανένας ακτιβισμός δεν γεννιέται στο κενό.
Η κριτική στη Χαμάς είναι αναγκαία. Η αναγνώριση των φόβων του Ισραήλ είναι απαραίτητη. Η αναγνώριση της νόμιμης υπόστασης του Ισραήλ δεν μπορεί όμως να σημαίνει λευκή επιταγή σε οποιαδήποτε κυβερνητική πολιτική. Κάθε μονοδιάστατη προσέγγιση είναι σαφώς μακριά από την πραγματικότητα.
Αλλά τίποτε από αυτά δεν μπορεί να ακυρώσει το βασικό ερώτημα.
Το Ισραήλ μπορεί σήμερα να θεωρεί ότι ο συσχετισμός δύναμης είναι ευνοϊκός. Έχει στρατιωτική υπεροχή, ισχυρές συμμαχίες, περιφερειακά ανοίγματα και τη δυνατότητα να επιβάλλει επί του εδάφους τετελεσμένα. Όμως οι συσχετισμοί δεν είναι αιώνιοι. Αυτό που σήμερα φαίνεται ως στρατηγικό πλεονέκτημα μπορεί αύριο να μετατραπεί σε διπλωματικό βάρος, νομική έκθεση και πολιτική απομόνωση.
Και αυτό έχει ήδη αρχίσει να φαίνεται. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες δεν αντιμετωπίζουν πλέον την ισραηλινή πολιτική στη Γάζα και στα κατεχόμενα με την ίδια ανοχή. Άλλες αναγνωρίζουν παλαιστινιακό κράτος. Άλλες ζητούν κυρώσεις, επανεξέταση εμπορικών σχέσεων ή περιορισμούς σε προϊόντα εποικισμών. Άλλες, ακόμη κι αν δεν φτάνουν μέχρι εκεί, δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να υπερασπιστούν πολιτικά μια κατάσταση που εμφανίζεται ως μόνιμος αποκλεισμός, μόνιμη κατοχή και μόνιμη αναβολή κάθε λύσης.
Αν αυτή η κατάσταση συνεχιστεί για άλλα δέκα χρόνια, τι ακριβώς θα έχει απομείνει προς διαπραγμάτευση; Μια Γάζα αποκλεισμένη, κατεστραμμένη και πολιτικά τραυματισμένη από την αυταρχική εξουσία της Χαμάς; Μια Δυτική Όχθη ακόμη πιο κατακερματισμένη από εποικισμούς, στρατιωτικούς ελέγχους και de facto προσαρτήσεις; Μια παλαιστινιακή πολιτική εκπροσώπηση ακόμη πιο αδύναμη και μια νέα γενιά που θα έχει μεγαλώσει χωρίς καμία πραγματική εμπειρία ελευθερίας, κυριαρχίας ή προοπτικής;
Και τότε, κάτω από ποιο πλαίσιο θα μιλάμε για δικαιοσύνη; Για ποιον θα είναι δίκαιη μια τέτοια κατάσταση; Για τους Παλαιστινίους που θα ζουν χωρίς κράτος; Για τους Ισραηλινούς που θα ζουν σε μόνιμη στρατιωτική επιφυλακή; Για την περιοχή που θα ανακυκλώνει κάθε λίγα χρόνια έναν νέο κύκλο πολέμου, εκδίκησης και ανθρωπιστικής κατάρρευσης;
Το μεγάλο στρατηγικό ρίσκο για το Ισραήλ είναι να αφήσει τους ακραίους να πιστέψουν ότι επειδή μπορούν σήμερα να επιβάλουν τετελεσμένα, θα μπορούν αύριο και να τα νομιμοποιήσουν. Η ισχύς μπορεί να επιβάλει μια κατάσταση για κάποιο διάστημα. Δεν μπορεί όμως επ’ άπειρον να αντικαθιστά τη δικαιοσύνη, τη διεθνή νομιμότητα και την πολιτική λύση.
Θέλουμε, λοιπόν, μια δίκαιη πολιτική λύση στο πλαίσιο των διεθνών αποφάσεων, της αμοιβαίας αναγνώρισης και της λύσης των δύο κρατών ή απλώς τη μονιμοποίηση μιας κατάστασης όπου ένας λαός ζει χωρίς πραγματική κυριαρχία, χωρίς ασφάλεια, χωρίς προοπτική και χωρίς κράτος, ενώ ένας άλλος λαός καλείται να θεωρεί αυτή τη διαρκή εξαίρεση ως κανονικότητα ασφαλείας;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου